esclarecer

es.cla.re.cer
(i)ʃklɐrəˈser
verbo transitivo
1.
διευκρινίζω, διασαφηνίζω, ξεκαθαρίζω, αποσαφηνίζω
deves esclarecer o que pedes
πρέπει να διευκρινίσεις τι ζητάς
esclarecer as condições de venda
αποσαφηνίζω τους όρους πώλησης
esclarecer o sentido de um parágrafo
διασαφηνίζω την έννοια μιας παραγράφου
esclarecer uma declaração ambígua
διευκρινίζω μια ασαφή δήλωση
esclareceu as suas intenções
ξεκαθάρισε τις προθέσεις του
2.
διαφωτίζω, φωτίζω, κατατοπίζω
as palavras dele não nos esclareceram nada
τα λόγια του δεν μας διαφώτισαν καθόλου
esclarecer (alguém) acerca de...
κατατοπίζω (κάποιον) σχετικά με...
3.
διαφωτίζω
esclarecer dúvidas
διαφωτίζω απορίες
este artigo esclarece bem o tema
αυτό το άρθρο διαφωτίζει καλά το ζήτημα
4.
διαλευκαίνω, ξεδιαλύνω, φωτίζω
as investigações esclareceram o caso
οι έρευνες φώτισαν την υπόθεση
esclarecer um assunto discretamente
ξεδιαλύνω ένα ζήτημα διακριτικά
esclarecer um mistério
διαλευκαίνω ένα μυστήριο
5.
μορφώνω
a leitura esclareceu-o bastante
το διάβασμα τον μόρφωσε αρκετά
verbo intransitivo
ξαστερώνω
o céu começava a esclarecer
ο ουρανός άρχιζε να ξαστερώνει
esclarecer um mal-entendido
λύνω μια παρεξήγηση
Porto Editora – esclarecer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-19 00:20:13]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS, MEIO AMBIENTE, INDÚSTRIA
consentimento prévio esclarecido / consentimento prévio informado / prévia informação e consentimento
συγκατάθεση κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης,άδεια εκ των προτέρων, συναίνεση μετά από ενημέρωση
QUESTÕES SOCIAIS
consentimento esclarecido / consentimento informado
συγκατάθεση μετά από ενημέρωση
UNIÃO EUROPEIA, DIREITO
consentimento livre e esclarecido
ελεύθερη και εν επιγνώσει συναίνεση
suficientemente esclarecido
ικανοποιητικά πληροφορημένος