escurecer

es.cu.re.cer
(i)ʃkurəˈser
verbo transitivo
2.
σκουραίνω
escurecer uma cor
σκουραίνω ένα χρώμα
3.
figurado θολώνω
aquele escândalo escureceu-lhe o prestígio
εκείνο το σκάνδαλο θόλωσε το κύρος του
verbo intransitivo
1.
σκοτεινιάζω, σκοταδιάζω
o céu começou a escurecer
ο ουρανός πήρε να σκοτεινιάζει
2.
σκουραίνω
o cabelo do bebé escureceu
τα μαλλιά του μωρού σκούρυναν
3.
σκοτεινιάζει, βραδιάζει
a esta hora, já começa a escurecer
αυτή την ώρα, αρχίζει πια να σκοτεινιάζει
nome masculino
σούρουπο neutro
ficou ali, a apreciar o escurecer
έμεινε εκεί, θαυμάζοντας το σούρουπο
ao escurecer
κατά το σούρουπο
Porto Editora – escurecer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-28 09:46:05]. Disponível em