esmorecer

es.mo.re.cer
(i)ʒmurəˈser
verbo transitivo
1.
αποθαρρύνω, αποκαρδιώνω
a derrota esmoreceu-os
η ήττα τους αποκαρδίωσε
2.
ξεθωριάζω
os anos esmoreceram as cores do tapete
τα χρόνια ξεθώριασαν τα χρώματα του χαλιού
verbo intransitivo
1.
αποθαρρύνομαι, αποκαρδιώνομαι, το βάζω κάτω
determinei-me a não esmorecer
αποφάσισα να μην το βάλω κάτω
nem mesmo com o insucesso esmoreceu
ούτε με την αποτυχία δεν αποκαρδιώθηκε
2.
εξασθενώ, ατονώ
a chama da vela foi esmorecendo
η φλόγα του κεριού άρχισε να εξασθενεί
a luz do sol ia esmorecendo
το φως του ηλίου ατονούσε σιγά-σιγά
perante tantas adversidades, a sua força de ânimo esmoreceu
μπροστά σε τόσες αντιξοότητες, το ηθικό του εξασθένησε
sentimentos antigos que vão esmorecendo
παλιά συναισθήματα που εξασθενούν λίγο-λίγο
3.
ωχριώ
diante dela, a beleza das outras mulheres esmorecia
μπροστά της, η ομορφιά των άλλων γυναικών ωχριούσε
4.
λιποθυμώ
sentia-se fraca, prestes a esmorecer
ένιωθε αδύναμη, έτοιμη να λιποθυμήσει
Porto Editora – esmorecer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 19:46:58]. Disponível em