espírito

es.pí.ri.to
(i)ʃˈpiritu
nome masculino
1.
πνεύμα neutro
acalmar os espíritos
κατευνάζω τα πνεύματα
acatar o espírito da lei
συμμορφώνομαι με το πνεύμα του νόμου
ajudar o próximo com espírito de abnegação
βοηθώ τον πλησίον μου με πνεύμα αυταπάρνησης
ele foi um espírito liberal
αυτός υπήρξε ένα φιλελεύθερο πνεύμα
espírito analítico
αναλυτικό πνεύμα
espírito comunitário
κοινοτικό πνεύμα
espírito de colaboração
πνεύμα συνεργασίας
espírito de conquista
πνεύμα κατάκτησης
espírito desportivo
αθλητικό πνεύμα
espírito empreendedor/de iniciativa
επιχειρηματικό πνεύμα
espíritos exaltados
αναμμένα πνεύματα
estreiteza de espírito
στενότητα πνεύματος
os espíritos do grego clássico
GRAMÁTICA τα πνεύματα των αρχαίων ελληνικών
ter espírito cosmopolita
έχω κοσμοπολίτικο πνεύμα
ter espírito crítico
διαθέτω κριτικό πνεύμα
2.
πνεύμα neutro , νους, μυαλό neutro
a incerteza assaltou-lhe o espírito
η αβεβαιότητα κατέλαβε το πνεύμα του
aquela recordação volteava-me no espírito
εκείνη η ανάμνηση στριφογύριζε στο νου μου
cultivar o espírito
καλλιεργώ το πνεύμα μου
espírito aberto
ανοικτό μυαλό
espírito agudo
κοφτερός νους
espírito alterado
ταραγμένο πνεύμα
o espírito clareou-se-lhe
το μυαλό του λαμπίκαρε
uma ideia começava a esboçar-se no seu espírito
μια ιδέα άρχιζε να διαγράφεται στο μυαλό του
3.
πνεύμα neutro , ψυχή feminino
os espíritos dos defuntos
οι ψυχές των πεθαμένων
rezas para a convocação dos espíritos
προσευχές για την επίκληση των πνευμάτων
4.
πνεύμα neutro , στοιχειό neutro , δαιμονικό neutro
espírito benigno
αγαθοποιό πνεύμα
espírito maligno
πονηρό πνεύμα
os espíritos do bosque
τα δαιμονικά του δάσους
5.
πνεύμα neutro , χιούμορ neutro
ele tem muito espírito
αυτός διαθέτει πολύ χιούμορ
6.
QUÍMICA σπίρτο neutro , αλκοόλη feminino
o espírito dum líquido
η αλκοόλη ενός υγρού
RELIGIÃO dia do Espírito Santo
Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος
em espírito
νοερά
em espírito, estou contigo
νοερά, είμαι κοντά σου
GRAMÁTICA espírito áspero
δασεία
GRAMÁTICA espírito brando
ψιλή
espírito de aventura
περιπετειώδες πνεύμα
pessoa dotada de espírito de aventura
άνθρωπος προικισμένος με περιπετειώδες πνεύμα
espírito de contradição
πνεύμα αντιλογίας
espírito de corporação
συναδελφικό πνεύμα
espírito de equipa
ομαδικό πνεύμα
contribuir para a construção dum forte espírito de equipa
συμβάλλω στην οικοδόμηση ενός δυνατού ομαδικού πνεύματος
espírito de sacrifício
πνεύμα αυτοθυσίας
espírito prático
πρακτικό μυαλό
RELIGIÃO Espírito Santo
Άγιο Πνεύμα
espírito santo de orelha
1.
[μαθητής που ψιθυρίζει σε άλλο τις σωστές απαντήσεις]
2.
συκοφάντης
estado de espírito
διάθεση, ψυχική κατάσταση
presença de espírito
ετοιμότητα πνεύματος
render o espírito ao Criador
παραδίδω το πνεύμα
Como referenciar: Porto Editora – espírito no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-20 09:37:37]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
espírito visionário
οραματιστής
ATIVIDADE POLÍTICA, CIÊNCIAS
coesão / espírito de corpo
συνεκτικότης
ATIVIDADE POLÍTICA, FINANÇAS, ORGANIZAÇÕES INTERNACIONAIS
Espírito de Cartagena
Πνεύμα της Καρθαγένης, Το Πνεύμα της Καρθαγένης
VER +