espantar

es.pan.tar
(i)ʃpɐ̃ˈtar
verbo transitivo
1.
εκπλήσσω, παραξενεύω
a arrogância dele não me espantou
η αλαζονεία του δεν με παραξένεψε καθόλου
uma notícia inédita, que nos espantou
μια πρωτάκουστη είδηση, που μας εξέπληξε
2.
αλαφιάζω, τρομάζω
aquele barulho espantou os pássaros, que levantaram voo
εκείνος ο θόρυβος αλάφιασε τα πουλιά, που σηκώθηκαν στον αέρα
3.
διώχνω, κυνηγώ
espantar moscas
κυνηγώ μύγες
4.
διώχνω
espantar o sono
διώχνω τη νύστα
pôs-se a cantar, para espantar o medo
βάλθηκε να τραγουδάει, για να διώξει τον φόβο
Porto Editora – espantar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-08 10:40:35]. Disponível em