adjetivo
1.
αλλόκοτος, παράδοξος, παράξενος, περίεργος
achei aquela história muito esquisita
βρήκα πολύ αλλόκοτη εκείνη την ιστορία
às vezes, faz coisas esquisitas
καμιά φορά, κάνει αλλόκοτα πράγματα
esta comida tem um gosto esquisito
αυτό το φαγητό έχει παράξενη γεύση
lançou-me um olhar esquisito
μου έριξε ένα παράξενο βλέμμα
que feitio mais esquisito!
τι παράδοξη νοοτροπία!
ter gostos esquisitos
έχω περίεργα γούστα
2.
ιδιότροπος, ιδιόρρυθμος, παράξενος, μυστήριος
converteu-se numa pessoa muito esquisita
μετατράπηκε σε πολύ ιδιότροπο άτομο
ela é assim tão esquisita?
αυτή είναι όντως τόσο ιδιόρρυθμη;
é tão esquisito, que ninguém se dá com ele
είναι τόσο μυστήριος, που κανείς δεν κάνει παρέα μαζί του
3.
εξαίσιος
iguarias esquisitas
εξαίσια εδέσματα
Partilhar
Como referenciar 
esquisito – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/esquisito [visualizado em 2026-06-09 14:38:56].