essencial

es.sen.ci.al
isẽˈsjaɫ
adjetivo de 2 géneros
1.
ουσιώδης, ουσιαστικός, βασικός
a questão essencial é se ele...
το βασικό ερώτημα είναι εάν αυτός...
atributos essenciais
ουσιαστικά χαρακτηριστικά
bens essenciais
βασικά αγαθά
diferença essencial
ουσιαστική διαφορά
fatores essenciais e casuais
ουσιώδεις και περιστασιακοί παράγοντες
melhoria essencial
ουσιώδης καλυτέρευση
2.
ουσιώδης
é essencial que venhas
είναι ουσιώδες να έρθεις
nome masculino
1.
ουσιώδες neutro , ουσία feminino
dá mais importância ao acessório do que ao essencial
δίνει μεγαλύτερη σημασία στο περιττό παρά στο ουσιώδες
fixa-se nos pormenores e perde o essencial
κολλάει σε λεπτομέρειες και χάνει την ουσία
por favor, restringe-te ao essencial
σε παρακαλώ, περιορίσου στην ουσία
2.
βασικά neutro,plural , ουσιώδη neutro,plural
no essencial, o programa está estabelecido
στα βασικά, το πρόγραμμα έχει καταρτιστεί
3.
βασικά neutro,plural , απαραίτητα neutro,plural
só levou o essencial
πήρε μαζί του μόνο τα βασικά
ser essencial
είμαι απαραίτητος
a água é essencial para a vida
το νερό είναι απαραίτητο για τη ζωή
ser o essencial
είμαι το παν
o dinheiro não é o essencial
το χρήμα δεν είναι το παν

o essencial é nunca se perder o sangue-frio
το παν είναι να μην χάνεις ποτέ τη ψυχραιμία σου
Porto Editora – essencial no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-21 23:13:59]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
óleo essencial de laranja
αιθέριο έλαιο πορτοκαλιού
óleo essencial de lúpulo
αιθέριο έλαιο του λυκίσκου
ATIVIDADE POLÍTICA
Colheita Essencial
Απαραίτητη Συγκομιδή
ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS
operação essencial de urgência
επείγουσα ενέργεια πρώτης ανάγκης
VER +