esticar

es.ti.car
(i)ʃtiˈkar
verbo transitivo
2.
τεντώνω
esticar um lençol
τεντώνω ένα σεντόνι
esticou bem a toalha
τέντωσε καλά το τραπεζομάντιλο
3.
τεντώνω, απλώνω
estiquei as pernas, para as desentorpecer
τέντωσα τα πόδια μου, για να τα ξεμουδιάσω
estiquei o braço para chegar à última prateleira
τέντωσα το χέρι μου, για να φτάσω στο τελευταίο ράφι
4.
coloquial παρατείνω
bem queria esticar as férias, mas não pôde
ήθελε βέβαια να παρατείνει τις διακοπές του, μα δεν μπόρεσε
o ministério quer esticar o ano letivo
το υπουργείο θέλει να παρατείνει το σχολικό έτος
5.
coloquial κάνω να διαρκέσει
lá consegue esticar o salário até ao fim do mês
με τα χίλια ζόρια καταφέρνει και κάνει να διαρκέσει ο μισθός μέχρι το τέλος του μήνα
verbo intransitivo
ξεχειλώνω
se não se tem cuidado, as malhas esticam
άμα δεν προσέξεις, τα μάλλινα ξεχειλώνουν
esticar o cabelo
ισιώνω τα μαλλιά μου
coloquial esticar o pernil
τα τινάζω, τινάζω τα πέταλα, μένω σέκος/στον τόπο
ANAGRAMAS
Porto Editora – esticar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-28 09:55:52]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
esticar uma imagem
εκτείνω μια εικόνα προς μία μόνο διεύθυνση, επιμηκύνω μια εικόνα προς μία μόνο διεύθυνση
esticar letras
εκτείνω τα γράμματα κατακόρυφα, επιμηκύνω τα γράμματα κατακόρυφα
INDÚSTRIA
esticar nos tempereiros
τέντωμα στον αργαλειό
fio esticado / fio tenso
χορδή
fio de teia esticado
τραβηγμένα νήματα στημονιού