estimular

es.ti.mu.lar
(i)ʃtimuˈlar
verbo transitivo
2.
παροτρύνω, προτρέπω
estimulou-me a continuar
με παρότρυνε να συνεχίσω
3.
ενθαρρύνω
é natural que o sucesso o estimulasse
είναι φυσικό το ότι η επιτυχία τον ενθάρρυνε
4.
προξενώ, διεγείρω
estimular a curiosidade
διεγείρω την περιέργεια
os elogios estimularam o seu empenho
οι έπαινοι διέγειραν το ζήλο του
ANAGRAMAS
Porto Editora – estimular no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-28 03:33:52]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA, CIÊNCIAS
Plano para estimular a Cooperação e o Intercâmbio Científico e Técnico Europeu (1985-1988)
Σχέδιο τόνωσης της ευρωπαϊκής συνεργασίας και των ευρωπαϊκών επιστημονικών και τεχνικών ανταλλαγών(1985-1988)
QUESTÕES SOCIAIS, CIÊNCIAS
estimular o turismo a favor dos deficientes
προώθηση του τουρισμού για άτομα με ειδικές ανάγκες
UNIÃO EUROPEIA, EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
programa comunitário plurianual para estimular o desenvolvimento de uma indústria europeia de conteúdos multimédia e incentivar a utilização de conteúdos multimédia na nova sociedade da informação
πολυετές κοινοτικό πρόγραμμα για την τόνωση της ανάπτυξης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας περιεχομένου των πολυμέσων και την ενθάρρυνση της χρήσης του περιεχομένου των πολυμέσων στη νεοεμφανιζόμενη κοινωνία των πληροφοριών
comité para a execução do programa comunitário plurianual para estimular o desenvolvimento e a utilização de conteúdos digitais europeus nas redes mundiais e promover a diversidade linguística na sociedade da informação
Επιτροπή για την εφαρμογή του πολυετούς κοινοτικού προγράμματος για την τόνωση της ανάπτυξης και της χρήσης του ευρωπαϊκού ψηφιακού περιεχομένου στα παγκόσμια δίκτυα, καθώς και για την προώθηση της γλωσσικής πολυμορφίας στην κοινωνία της πληροφορίας (eContent)