estorricar

es.tor.ri.car
(i)ʃtuʀiˈkar
verbo transitivo
2.
καίω, κατακαίω
ela estorricou os bifes
αυτή έκαψε τα φιλέτα
não deves estorricar a cebola
δεν πρέπει να κάψεις το κρεμμύδι
verbo intransitivo
1.
γίνομαι κατάξερος
com a canícula, até árvores estorricaram
με τη λάβρα, ακόμα και δέντρα έγιναν κατάξερα
2.
καίγομαι, κατακαίγομαι
sem molho nenhum, o guisado estorricou
μην έχοντας καθόλου ζουμί, το ραγκού κάηκε
3.
figurado λιάζομαι
ficou horas a estorricar ao sol
έμεινε ώρες ολόκληρες να λιάζεται
Como referenciar: Porto Editora – estorricar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-19 23:29:27]. Disponível em