estreiteza

es.trei.te.za
(i)trɐjˈtezɐ
nome feminino
1.
στενότητα
a estreiteza dum tubo
η στενότητα ενός σωλήνα
estreiteza de espírito
στενότητα πνεύματος
estreiteza de ideias
στενότητα μυαλού
estreiteza de recursos
στενότητα πόρων
protestou contra a estreiteza do espaço
διαμαρτυρήθηκε για τη στενότητα του χώρου
2.
αυστηρότητα
a estreiteza das regras dum convento
η αυστηρότητα των κανόνων μιας μονής
Porto Editora – estreiteza no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-01 06:21:04]. Disponível em