favoritos
e.va.cu.ar separador fonéticaivɐˈkwar

conjugação

verbo transitivo
1.
εκκενώνω, κενώνω, αδειάζω
evacuar uma sala/um hospital
εκκενώνω μια αίθουσα/ένα νοσοκομείο
o juiz mandou evacuar a sala de audiências
ο δικαστής διέταξε να εκκενώσουν την αίθουσα του δικαστηρίου
2.
αποσύρω
evacuar feridos da frente de batalha
αποσύρω τραυματίες από το μέτωπο
evacuar tropas
αποσύρω στρατεύματα
3.
αποβάλλω
evacuar sangue
αποβάλλω αίμα
verbo intransitivo
αφοδεύω, κενώνω, αποπατώ
queixou-se de dificuldades em evacuar
παραπονέθηκε ότι έχει δυσκολία στο να αφοδεύσει

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • chemistry
    Evacuar a zona.
    el
    Εκκενώστε την περιοχή.
  • chemistry
    Em caso de incêndio: evacuar a zona.
    el
    Σε περίπτωση πυρκαγιάς: Εκκενώστε την περιοχή.
  • chemistry
    Em caso de incêndio: evacuar a zona. Combater o incêndio à distância, devido ao risco de explosão.
    el
    Σε περίπτωση πυρκαγιάς: Εκκενώστε την περιοχή. Προσπαθήστε να σβήσετε την πυρκαγιά από απόσταση, επειδή υπάρχει κίνδυνος έκρηξης.
  • chemistry
    Em caso de incêndio importante e de grandes quantidades: evacuar a zona. Combater o incêndio à distância, devido ao risco de explosão.
    el
    Σε περίπτωση σοβαρής πυρκαγιάς και εάν πρόκειται για μεγάλες ποσότητες: Εκκενώστε την περιοχή. Προσπαθήστε να σβήσετε την πυρκαγιά από απόσταση, επειδή υπάρχει κίνδυνος έκρηξης.
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – evacuar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-04-24 23:14:32]. Disponível em

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • chemistry
    Evacuar a zona.
    el
    Εκκενώστε την περιοχή.
  • chemistry
    Em caso de incêndio: evacuar a zona.
    el
    Σε περίπτωση πυρκαγιάς: Εκκενώστε την περιοχή.
  • chemistry
    Em caso de incêndio: evacuar a zona. Combater o incêndio à distância, devido ao risco de explosão.
    el
    Σε περίπτωση πυρκαγιάς: Εκκενώστε την περιοχή. Προσπαθήστε να σβήσετε την πυρκαγιά από απόσταση, επειδή υπάρχει κίνδυνος έκρηξης.
  • chemistry
    Em caso de incêndio importante e de grandes quantidades: evacuar a zona. Combater o incêndio à distância, devido ao risco de explosão.
    el
    Σε περίπτωση σοβαρής πυρκαγιάς και εάν πρόκειται για μεγάλες ποσότητες: Εκκενώστε την περιοχή. Προσπαθήστε να σβήσετε την πυρκαγιά από απόσταση, επειδή υπάρχει κίνδυνος έκρηξης.
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – evacuar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-04-24 23:14:32]. Disponível em