exíguo

exígua
e.xí.guo
iˈziɡwu
adjetivo
1.
στενόχωρος, μικρός
apinharam as pessoas num espaço exíguo
στρύμωξαν τον κόσμο σε μικρό χώρο
era um compartimento exíguo
ήταν ένα στενόχωρο δωμάτιο
vivia numa casota exígua
ζούσε σ' ένα στενόχωρο χαμόσπιτο
2.
ελάχιστος
o tempo de que dispomos é exíguo
ο χρόνος που διαθέτουμε είναι ελάχιστος
3.
πενιχρός, γλίσχρος literário
as suas exíguas posses não lhe permitiam muito
τα πενιχρά οικονομικά του δεν του επέτρεπαν πολλά
Porto Editora – exíguo no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-20 02:15:39]. Disponível em