exibir

e.xi.bir
iziˈbir
verbo transitivo
1.
επιδεικνύω, δείχνω
exibir o passaporte
δείχνω το διαβατήριο
exibir um salvo-conduto
επιδεικνύω μια άδεια ελεύθερης κυκλοφορίας
2.
επιδεικνύω
exibia um sorriso complacente
επιδείκνυε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο
exibir conhecimentos
επιδεικνύω γνώσεις
exibir um ar doutoral
επιδεικνύω δασκαλίστικο ύφος
3.
παρουσιάζω
exibir um filme
παρουσιάζω μια ταινία
ANTÓNIMOS
VER +
VEJA TAMBÉM
VER +
Porto Editora – exibir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-19 14:37:53]. Disponível em