exigir

e.xi.gir
iziˈʒir
verbo transitivo
1.
απαιτώ
a concretização do congresso exigiu muito trabalho
η πραγματοποίηση του συνεδρίου απαίτησε πολλή εργασία
exige clareza de processos
απαιτεί διαφάνεια διαδικασιών
exige-se a exibição do bilhete de identidade
απαιτείται επίδειξη ταυτότητας
exige-se o acatamento das normas de segurança
απαιτείται η συμμόρφωση με τους κανόνες ασφαλείας
exige uma disciplina dura
απαιτεί σκληρή πειθαρχία
exigiu o desimpedimento da passagem
απαίτησε το ξεμπλοκάρισμα της διέλευσης
feito que exige valentia e atrevimento
κατόρθωμα που απαιτεί ανδρεία και τόλμη
isto exige muito esforço
αυτό απαιτεί πολύ κόπο
nada exijo dele
τίποτα δεν απαιτώ από αυτόν
ordem monástica que exige a clausura
μοναστικό τάγμα που απαιτεί εγκλεισμό
2.
απαιτώ, αξιώνω
desempregados que exigem trabalho
άνεργοι που απαιτούν εργασία
exige compensação pelos prejuízos sofridos
αξιώνει επανόρθωση για τις ζημιές που υπέστη
exigir a aplicação da lei
απαιτώ την επιβολή του νόμου
exigir melhores condições de vida
απαιτώ καλύτερες συνθήκες ζωής
nada mais exijo da vida
τίποτε άλλο δεν αξιώνω από τη ζωή
3.
απαιτώ, επιβάλλω
a situação exige uma decisão
η κατάσταση απαιτεί μια απόφαση
exigiu silêncio
απαίτησε σιωπή
os acontecimentos exigem uma outra estratégia
τα γεγονότα επιβάλλουν μια άλλη στρατηγική
Porto Editora – exigir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-05 18:05:53]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA, DIREITO
serviço nacional exigido de um objetor de consciência
απαιτούμενη στρατιωτική θητεία για αντιρρησία συνείδησης
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA
a Comunidade não pode exigir qualquer indemnização
η Kοινότης δεν δύναται να εγείρει αξιώσεις αποζημιώσεως
DIREITO
direito de exigir o pagamento de taxas
δικαίωμα απαίτησης της καταβολής τελών
exigir a cotitularidade do direito
αξιώνω να αποκτήσω την ιδιότητα του συνδικαιούχου
grau de originalidade exigido
απαιτούμενος βαθμός πρωτοτυπίας
VER +