façanha

fa.ça.nha
fɐˈsɐɲɐ
nome feminino
1.
άθλος masculino , κατόρθωμα neutro , ανδραγάθημα neutro , μεγαλούργημα neutro , παλικαριά
as façanhas dum guerreiro
τα ανδραγαθήματα ενός πολεμιστή
celebrar as façanhas de um herói
εξυμνώ τους άθλους ενός ήρωα
cometer uma façanha
πράττω ένα κατόρθωμα
façanha duvidosa
αμφίβολο κατόρθωμα
façanha épica
επικό ανδραγάθημα
2.
irónico κατόρθωμα neutro , άθλος masculino
deves estar muito satisfeito com as tuas façanhas!
θα πρέπει να καμαρώνεις πολύ για τα κατορθώματά σου!
soubemos das façanhas do nosso filho
μάθαμε τα κατορθώματα του γιου μας
Porto Editora – façanha no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-20 17:41:25]. Disponível em