faltar

fal.tar
faɫˈtar
verbo intransitivo
1.
λείπω
a carne estava insípida, faltavam-lhe os condimentos
το κρέας ήταν άνοστο, του έλειπαν τα καρυκεύματα
a carta está pronta, só lhe falta o selo
η επιστολή είναι έτοιμη, της λείπει μόνο το γραμματόσημο
ainda faltam as maçanetas
λείπουν ακόμα τα πόμολα
falta aqui um bocado de estuque
λείπει εδώ ένα κομμάτι σοβά
falta aqui um livro
λείπει εδώ ένα βιβλίο
falta-lhe coragem
του λείπει το θάρρος
falta-lhe o sentido das proporções
του λείπει η αίσθηση των αναλογιών
falta-me prática de francês
μου λείπει η εξάσκηση στα γαλλικά
faltam dois talheres na mesa
λείπουν δύο σερβίτσια στο τραπέζι
faltam-me as palavras para exprimir o que sinto
μου λείπουν οι λέξεις για να εκφράσω όσα ασιθάνομαι
faltam-me dados para apreciar a obra
μου λείπουν στοιχεία για να αξιολογήσω το έργο
falta um botão nesta camisa
λείπει ένα κουμπί σε αυτό το πουκάμισο
faltavam-lhe as forças
του έλειπαν οι δυνάμεις
faltavam-lhes os estímulos
τους έλειπαν τα ερεθίσματα
faltou-me a tua ajuda
μου έλειψε η βοήθειά σου
nada me falta
τίποτα δεν μου λείπει
o serviço já não está completo, faltam-lhe alguns pratos
το σερβίτσιο δεν είναι πλέον ολόκληρο, του λείπουν κάμποσα πιάτα
para a casa ficar pronta, faltam os acabamentos
για να ολοκληρωθεί το σπίτι, λείπουν τα τελειώματα
providencia para que nada falte aos pais
μεριμνεί ώστε τίποτα να μην λείπει στους γονείς του
quem falta?
ποιος λείπει;
2.
λείπω, υπάρχει έλλειψη
no verão, há regiões onde falta a água
το καλοκαίρι, υπάρχουν περιοχές όπου υπάρχει έλλειψη νερού
país a que faltam as matérias-primas
χώρα στην οποία υπάρχει έλλειψη πρώτων υλών
zona onde falta a chuva
περιοχή όπου λείπει η βροχή
3.
λείπω, υπολείπομαι
ainda faltam cinco minutos para o fim do desafio
υπολείπονται ακόμα πέντε λεπτά για να τελειώσει ο αγώνας
faltam dois euros para perfazer o total
λείπουν δύο ευρώ για να συμπληρωθεί το όλο
falta uma semana para as férias
υπολείπεται μια εβδομάδα για τις διακοπές
4.
κόβομαι
detesto quando falta a água
δεν μου αρέσει καθόλου όταν κόβεται το νερό
ontem, a eletricidade faltou durante duas horas
χτες, το ρεύμα κόπηκε για δύο ώρες
5.
στερούμαι, μου λείπει
falta-me a paciência para isso
στερούμαι υπομονή για τέτοια
falta-te disposição para muita coisa
στερείσαι διάθεση για πολλά πράγματα
faltava-lhe força de vontade para...
του έλειπε η δύναμη της θέλησης για...
6.
πεθαίνω, εκλείπω
quando ela faltou, deixou de reinar a ordem naquela casa
όταν εκείνη πέθανε, έπαψε να υπάρχει τάξη σ' εκείνο το σπίτι
7.
λείπω [a, από], απουσιάζω [a, από]
faltar à escola
λείπω από το σχολείο
faltar às aulas
απουσιάζω από τα μαθήματα
ontem, faltei ao trabalho
χτες, απουσίασα από τη δουλειά
8.
αθετώ [a, -]
faltar ao combinado
αθετώ το συμφωνημένο
faltar ao dever
αθετώ το καθήκον μου
faltar à palavra dada
αθετώ το λόγο μου
faltar a uma promessa
αθετώ μια υπόσχεση
faltar a um compromisso
αθετώ μια δέσμευση
não quero faltar às minhas obrigações
δεν θέλω να αθετήσω τις υποχρεώσεις μου
9.
εγκαταλείπω [a, -]
faltar a um amigo
εγκαταλείπω ένα φίλο
nunca faltou aos pais
ποτέ δεν εγκατέλειψε τους γονείς της
10.
στερώ [com, από]
nunca faltou com dinheiro à família
ποτέ δεν στέρησε από χρήματα την οικογένειά του
11.
[impessoal]
λείπει
falta apenas um dia para...
λείπει μονάχα μια μέρα για...
falta avisar o Pedro
λείπει να ειδοποιήσουμε τον Πέτρο
falta pendurar os quadros
λείπει να κρεμάσουμε τους πίνακες
falta pintar a casa
λείπει να βαφτεί το σπίτι
[impessoal]
era (só) o que faltava!
αυτό μας έλειπε!, να λείπει το βύσσινο!
faltar ao respeito
ασεβώ, δεν σέβομαι
faltar à palavra (dada)
παραβαίνω/αθετώ το λόγο μου
faltar à verdade
ψεύδομαι, δεν λέω την αλήθεια
faltar o ar (a alguém)
νιώθω ασφυξία, ασφυκτιώ
faltou-lhe o ar
ένιωσε ασφυξία
faltar pouco para
κοντεύω
falta pouco para as férias
οι διακοπές κοντεύουν
faltar um parafuso (a alguém)
μου λείπει μια βίδα
não falta quem diga que...
δεν είναι λίγοι αυτοί που λένε ότι...
não faltava mais nada!
αυτό μας έλειπε!
pouco faltar para
παρά λίγο να
pouco faltou para se estatelar
παρά λίγο να πέσει φαρδύς-πλατύς
Porto Editora – faltar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 05:18:04]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
falta grave
σοβαρή παράβαση
falta de liberdade de deslocação
στέρηση της ελευθερίας μετακίνησης
ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS, EMPREGO E TRABALHO
faltas por doença com remuneração
αναρρωτική άδεια με αποδοχές
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA, QUESTÕES SOCIAIS, EMPREGO E TRABALHO
ausência por doença / falta por doença / licença por doença
άδεια ασθένειας, άδεια λόγω ασθένειας, αναρρωτική άδεια
VER +