fascinar

fas.ci.nar
fɐʃsiˈnar
verbo transitivo
2.
συναρπάζω, συνεπαίρνω, σαγηνεύω
é um tema que me fascina
είναι ένα θέμα που με συναρπάζει
o romance fascinou-me
το μυθιστόρημα με συνεπήρε
tanta erudição fascinou-nos
τόση ευρυμάθεια μας σαγήνευσε
3.
σαγηνεύω, γοητεύω
fascinar (alguém) com o olhar
σαγηνεύω (κάποιον) με το βλέμμα
Porto Editora – fascinar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-27 12:00:39]. Disponível em