hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais

A Mais Bela Maldição

Rui Couceiro

As Rosas de Barbacena

Alberto S. Santos

Tudo sobre o Irão

Ricardo Alexandre

fi.car separador fonéticafiˈkar
favoritosfavoritos

conjugaçãoseta conjugação

verbo intransitivo
1.
μένω
a chave fica sempre na fechadura
το κλειδί μένει πάντα στην κλειδαριά
a máquina do café fica em cima da banca da cozinha
η μηχανή του καφέ μένει πάνω στον πάγκο της κουζίνας
a minha carteira ficou no bolso das outras calças
το πορτοφόλι μου έμεινε στην τσέπη του άλλου παντελονιού
a porta do frigorífico ficou aberta
η πόρτα του ψυγείου έμεινε ανοιχτή
o jogo ficou a meio, porque o árbitro o interrompeu
το ματς έμεινε στη μέση, διότι ο διαιτητής το διέκοψε
2.
παραμένω
as lembranças daquele verão ficaram-me na mente
οι αναμνήσεις από εκείνο το καλοκαίρι παρέμειναν στο μυαλό μου
ficar na memória
παραμένω στη μνήμη
ficou sempre uma pessoa modesta
παρέμεινε πάντα ένας ταπεινόφρων άνθρωπος
uma obra que ficou para a posteridade
ένα έργο που παρέμεινε για τις μελλοντικές γενιές
3.
μένω, απομένω
daquela fortuna toda, só ficou a casa de família
από όλη εκείνη την περιουσία, δεν απέμεινε παρά μόνο το πατρικό
do que ele fez, nada ficou
απ' όσα έκανε, τίποτα δεν έμεινε
gastou tudo e nada lhe ficou
ξόδεψε τα πάντα, και δεν του έμεινε τίποτα
não ficou nada
δεν απέμεινε τίποτα
só lhe ficou aquela solução
δεν του απέμεινε παρά μόνο εκείνη η λύση
4.
μένω, στέκομαι
ficou ali, a apreciar o pôr do sol
έμεινε εκεί, θαυμάζοντας το ηλιοβασίλεμα
ficou à sombra
στάθηκε στη σκιά
não consegue ficar muito tempo sem fazer nada
δεν μπορεί να στέκεται για πολλή ώρα χωρίς να κάνει τίποτα
5.
μένω [em, σε], παραμένω
ficaram em Lisboa durante duas semanas
παρέμειναν στη Λισαβόνα για δύο εβδομάδες
ficar em casa
μένω (στο) σπίτι
ficou na praia várias horas
έμεινε στην παραλία για μερικές ώρες
6.
βρίσκομαι [em, σε], είμαι [em, σε]
a aldeia fica na costa
το χωριό βρίσκεται στα παράλια
a loja fica no centro
το μαγαζί είναι στο κέντρο
a parte dum navio que fica acima da água
το κομμάτι ενός πλοίου που είναι πάνω από το νερό
o cinema fica ao lado dum banco
ο κινηματογράφος βρίσκεται δίπλα σε μια τράπεζα
7.
μένω [em, σε], διαμένω [em, σε]
ficámos no mesmo quarto
μείναμε στο ίδιο δωμάτιο
ficámos num hotel muito acolhedor
διαμείναμε σ' ένα πολύ φιλόξενο ξενοδοχείο
ontem, fiquei em casa duma amiga
χτες, έμεινα στο σπίτι μιας φίλης μου
8.
μένω [em, σε]
a equipa ficou numa posição de destaque
η ομάδα έμεινε σε προεξέχουσα θέση
ele ficou em primeiro lugar
αυτός έμεινε στην πρώτη θέση
9.
γίνομαι [em, -]
ninguém quis bolachas, porque tinham ficado em migalhas
κανείς δεν θέλησε μπισκότα, διότι είχαν γίνει τρίμματα
o copo caiu e ficou em cacos
το ποτήρι έπεσε και έγινε θρύψαλα
10.
ανέρχομαι [em, σε]
as despesas da casa ficam-lhe em 200 euros mensais
τα έξοδα του σπιτιού του ανέρχονται σε 200 ευρώ το μήνα
o carro ficou-lhe em quase 10.000 euros
το αμάξι του ανήλθε σε σχεδόν 10.000 ευρώ
11.
μένω [a, να]
ela preferiu ficar a ver televisão
αυτή προτίμησε να μείνει να βλέπει τηλεόραση
ficou a ler até às tantas
έμεινε να διαβάζει μέχρι αργά
fiquei a pensar naquilo toda a tarde
έμεινα να το σκέφτομαι όλο το απόγευμα
quando saí, ele ficou a telefonar
όταν έφυγα, αυτός έμεινε να κάνει ένα τηλεφώνημα
12.
κανονίζω [de, να]
elas ficaram de ir juntas às compras
αυτές κανόνισαν να πάνε μαζί για ψώνια
ficámos de nos encontrarmos, entre as 8 e as 8 e meia
κακονίσαμε να βρεθούμε, μεταξύ οκτώ και οκτώμιση
13.
υπόσχομαι [de, να]
ficou de estar aqui às 3
υποσχέθηκε να είναι εδώ στις 3
fiquei de lhe telefonar hoje
υποσχέθηκα να του τηλεφωνήσω σήμερα
14.
αναλαμβάνω [de, να]
ela ficou de procurar isso na net
αυτή ανέλαβε να το ψάξει αυτό στο ιντερνέτ
fiquei de saber os horários e de os informar disso
ανέλαβα να μάθω τα ωράρια και να τους πληροφορήσω σχετικά
15.
μένω [de, -/σε]
ficar de lado
μένω στο πλάι
ficar de pé
μένω όρθιος
ficar de sentinela
μένω στη σκοπιά
ficar de sobreaviso
μένω σε επιφυλακή
ficou de frente para mim
έμεινε αντίκρυ σε μένα
16.
μένω [de, με]
ficou o dia todo de pijama
έμεινε όλη μέρα με την πιτζάμα
fiquei de chapéu na cabeça
έμεινα με το καπέλο στο κεφάλι
17.
αρχίζω [+ ρήμα που αντιστοιχεί στο ουσιαστικό] [com, να]
depois do banho de mar, ficou com fome
μετά το μπάνιο στη θάλασσα, άρχισε να πεινάει
de repente, ficou com arrepios
ξαφνικά, άρχισε να ριγεί
de um momento para o outro, ficou com pressa
από τη μια στιγμή στην άλλη, άρχισε να βιάζεται
ficar com febre/comichão
αρχίζω να έχω πυρετό/να ξύνομαι
18.
μένω [com, με]
ao ouvir aquilo, ficou com um ar assarapantado
ακούγοντας εκείνο το πράγμα, έμεινε με σαστισμένο ύφος
ele ficou com ideias estranhas
έμεινε με παράξενες ιδέες
fiquei com pouca confiança nele
έμεινα με ελάχιστη εμπιστοσύνη σ' αυτόν
19.
κρατώ [com, -]
acho que ele ficou com o meu isqueiro
νομίζω ότι αυτός κράτησε τον αναπτήρα μου
durante as férias, os avós ficaram com os netos
στις διακοπές, οι παππούδες κράτησαν τα εγγόνια
ela não ficou com nada da casa dos pais
δεν κράτησε τίποτα από το σπίτι των γονέων της
fiquei com uma cópia do contrato
κράτησα ένα αντίγραφο του συμβολαίου
não sei quem ficou com o primeiro prémio
δεν ξέρω ποιος κράτησε το πρώτο βραβείο
posso ficar com isso?
μπορώ να το κρατήσω αυτό;
separaram-se, e ela ficou com a casa
χώρισαν, κι αυτή κράτησε το σπίτι
20.
μένω [com, με]
de dia, o bebé fica com uma ama
την ημέρα, το μωρό μένει με μια παραμάνα
uma das chaves ficou com os meus pais
το ένα κελιδί έμεινε με τους γονείς μου
21.
αναλαμβάνω [com, -]
ele ficou com a responsabilidade
αυτός ανέλαβε την ευθύνη
o advogado que ficou com o caso
ο δικηγόρος που ανέλαβε την υπόθεση
22.
μένω [para, σε], είμαι [para, για]
a última fatia fica para ti
η τελευταία φέτα είναι για σένα
o carro dos meus pais ficou para o meu irmão
το αμάξι των γονέων μου έμεινε στον αδελφό μου
23.
μένω [para, για]
as amostras ficaram para análise
τα δείγματα έμειναν για ανάλυση
a tradução ainda ficou para revisão
η μετάφραση έμεινε ακόμα για επανεξέταση
estes tomates ficam para semente
αυτές οι ντομάτες μένουν για σπόρο
24.
αναβάλλομαι [para, για]
isso fica para amanhã
αυτό αναβάλλεται για αύριο
isso fica para depois, agora tenho de sair
αυτό αναβάλλεται για μετά, τώρα πρέπει να φύγω
por causa da chuva, o passeio ficou para outro dia
εξ αιτίας της βροχής, ο περίπατος αναβλήθηκε για άλλη μέρα
25.
μένω [entre, μεταξύ], κρατιέμαι [entre, μεταξύ]
o assunto ficou entre amigos
το ζήτημα έμεινε μεταξύ φίλων
o segredo ficou entre nós
το μυστικό κρατήθηκε μεταξύ μας
26.
αντικαθιστώ [por, -]
eu fiquei por ele no turno da noite
τον αντικατέστησα στη νυχτερινή βάρδια
27.
στοιχίζω [por, -], κοστίζω [por, -], κάνω [por, -]
aquelas férias ficaram-me por um preço doido
εκείνες οι διακοπές μού κόστισαν πολύ ακριβά
a viagem ficou-lhe por pouco dinheiro
το ταξίδι τού στοίχισε λίγα χρήματα
os sapatos ficaram-lhe por 40 euros
τα παπούτσια τής στοίχισαν 40 ευρώ
28.
δεν [+ αντίστοιχο ρήμα] [por, -], μένω [+ αρνητική μορφή του επιθέτου που αντιστοιχεί στο ρήμα] [por, -]
a empregada faltou e o trabalho ficou por fazer
η υπάλληλος έλειψε, και η δουλειά έμεινε άφτιαχτη
os vasos ficaram por regar
οι γλάστρες δεν ποτίστηκαν
os vidros ficaram por lavar
τα τζάμια έμειναν άπλυτα
parti para férias, e a televisão ficou por arranjar
έφυγα για διακοπές, και η τηλεόραση δεν επιδιορθώθηκε
29.
σταματώ [por, -]
afinal, a discussão ficou por ali
τελικά, ο διαπληκτισμός σταμάτησε εκεί
felizmente, o número de mortos ficou por ali
ευτυχώς, ο αριθμός των νεκρών σταμάτησε εκεί
30.
χάνω [sem, -]
ficou cedo sem o apoio da família
έχασε νωρίς το στήριγμα της οικογένειας
fiquei sem nada
έχασα τα πάντα
31.
μένω [sem, από]
de repente, o telemóvel ficou sem rede
ξαφνικά, το κινητό έμεινε από δίκτυο
ficámos sem gasolina
μείναμε από βενζίνη
ficaram sem dinheiro antes do fim das férias
έμειναν από λεφτά πριν το τέλος των διακοπών
32.
[+ adj.] [δείχνει την ενέργεια του ρήματος που αντιστοιχεί στο επίθετο]
depois de correr, fiquei cansado
αφού έτρεξα, κουράστηκα
ficar destruído
καταστρέφομαι
ficar preocupado
προβληματίζομαι
33.
[+ adj.] μένω
ficámos desiludidos
μείναμε απογοητευμένοι
ficar calado
μένω σιωπηρός
ficar contente/triste
μένω χαρούμενος/θλιμμένος
ficar parado
μένω σταματημένος
ficar sentado
μένω καθισμένος
ficou conhecido como um grande cabo de guerra
έμεινε γνωστός ως μεγάλος στρατηλάτης
fique descansado
μείνατε ήσυχος
fiquei encantado com a tua escolha
έμεινα κατευχαριστημένος με την επιλογή σου
só então poderemos ficar sossegados
μόνο τότε θα μπορέσουμε να μείνουμε ήσυχοι
34.
[+ adj./adv.] γίνομαι
esteve doente, mas depois ficou bem
ήταν άρρωστος, αλλά μετά έγινε καλά
ficar cego/surdo
γίνομαι τυφλός/κουφός
ficar gordo
γίνομαι παχύς
ficar inválido
γίνομαι ανάπηρος
ficar rico
γίνομαι πλούσιος
ficar velho
γίνομαι γέρος
ficou tarde de mais para partirmos hoje
έγινε υπερβολικά αργά για να φύγουμε σήμερα
o mar ficou encapelado
η θάλασσα έγινε ταραχώδης
em que é que ficamos?
τι θα γίνει λοιπόν;
fica para a próxima!
μια άλλη φορά!
ficar a matar
πάω πάρα πολύ, μου πάει τρέλα
essa cor fica-te a matar
αυτό το χρώμα σου πάει πάρα πολύ
ficar a rir-se
γελώ τελευταίος
figurado, coloquial ficar a secar
ξεροσταλιάζω περιμένοντας
ficar às escuras
μένω στα σκοτεινά
ficar a substituir (alguém)
μένω στο πόδι (κάποιου)
figurado, coloquial ficar a ver navios
μένω στα κρύα του λουτρού
ficar barato/caro
στοιχίζω φτηνά/ακριβά
ficar bem/mal
1.
μου πάει/δεν μου πάει, με κολακεύει/δεν με κολακεύει
essa cor fica-te mal
αυτό το χρώμα δεν σε κολακεύει
2.
ταιριάζω/δεν ταιριάζω
estas cortinas ficavam bem na sala
αυτές οι κουρτίνες θα ταίριαζαν στο σαλόνι
3.
τιμώ/δεν τιμώ
esse gesto fica-te bem
αυτή η πράξη σε τιμά
ficar bem/mal com
ταιριάζω με/δεν ταιριάζω με
esses brincos ficam bem com o colar
αυτά τα σκουλαρίκια ταιριάζουν με το κολιέ
ficar como dantes
όλα μένουν στα ίδια
ficar como se nada fosse
μένω ατάραχος
ficar de boca aberta
μένω άφωνος, μένω ξερός, μένω με το στόμα ανοικτό
ficar de cama
μένω κρεβατωμένος
ficar de cara à banda/nariz torcido
αλλιώς τα υπολογίζω, κι αλλιώς μου έρχονται
ficar de fora
αποκλείομαι, με αφήνουν απέξω
ficar de lição
γίνομαι μάθημα
aquele insucesso ficou-lhe de lição
εκείνη η αποτυχία του έγινε μάθημα
ficar de molho
1.
μουλιάζω
2.
figurado είμαι κρεβατωμένος
figurado, coloquial ficar de olhos em bico
σαστίζω, τα χάνω
figurado, coloquial ficar de orelha murcha
απογοητεύομαι
figurado, coloquial ficar de pé atrás
κρατάω πισινή
figurado, coloquial ficar em águas de bacalhau
τελειώνω άδοξα, πάω τζίφος
ficar em conta
στοιχίζω φθηνά
ficar em dívida
μένω υπόχρεος
ficar em nada
πάω στράφι, ναυαγώ
coloquial ficar em pantanas
γίνομαι άνω-κάτω
ficar fora de si
γίνομαι έξω φρενών
ficar grosso
μεθώ
ficar na mesma
μένω στα ίδια
ficar na rua
μένω στο δρόμο
ficar na sua
εμμένω στην άποψή μου
figurado ficar no tinteiro
αποσιωπούμαι
coloquial ficar para tio/tia
μένω ανύπαντρος, μένω στο ράφι
ficar para trás
μένω πίσω
na subida, os mais velhos foram ficando para trás
στην ανηφόρα, οι μεγαλύτεροι έμειναν σιγά-σιγά πίσω
figurado, coloquial ficar pendurado
με στήνουν
ficar perdido de riso
με πιάνουν τα γέλια, γελώ με την ψυχή μου
ficar por (alguém)
εγγυώμαι για (κάποιον)
ficar por fiador
αναλαμβάνω εγγυητής
ficar reduzido a zero/nada
εκμηδενίζομαι, χάνομαι τελείως
ficar sem
ξεμένω από
ficar sem gasolina
ξεμένω από βενζίνη
ficar sem efeito
ακυρώνομαι
o acordo ficou sem efeito
η συμφωνία ακυρώθηκε
figurado, coloquial ficar sem pinta de sangue
χλομιάζω από το φόβο μου
ficar sentido
μένω παραπονεμένος, θίγομαι
coloquial ficar teso/nas lonas/na dependura
μένω άφραγκος
figurado, coloquial ficar todo partido/num molho de brócolos
τα φτύνω, μένω ξεθεωμένος
isso não fica assim
αυτό δεν θα περάσει στο ντούκου
não ficar atrás de (alguém)
δεν υστερώ από (κάποιον)

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • land transport / TRANSPORT
    ficar curto
    el
    προσγειώνομαι κοντός, προσεγγίζω υποσκοπεύοντας προσγείωση
  • land transport / TRANSPORT
    ficar aliviado de carga / ficar mais leve
    el
    ενδομεταφορά καυσίμου, αφαίρεση καυσίμου
  • Procedural law
    ficar sem objecto / ficar sem objeto
    el
    N/A
  • international agreement / LAW
    consentimento em ficar vinculado por um tratado
    el
    συναίνεση προς δέσμευση δια της συνθήκης
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar Seta para baixo
ficar – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/ficar [visualizado em 2026-06-04 16:11:42].

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • land transport / TRANSPORT
    ficar curto
    el
    προσγειώνομαι κοντός, προσεγγίζω υποσκοπεύοντας προσγείωση
  • land transport / TRANSPORT
    ficar aliviado de carga / ficar mais leve
    el
    ενδομεταφορά καυσίμου, αφαίρεση καυσίμου
  • Procedural law
    ficar sem objecto / ficar sem objeto
    el
    N/A
  • international agreement / LAW
    consentimento em ficar vinculado por um tratado
    el
    συναίνεση προς δέσμευση δια της συνθήκης
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar Seta para baixo
ficar – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/ficar [visualizado em 2026-06-04 16:11:42].

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais

A Mais Bela Maldição

Rui Couceiro

As Rosas de Barbacena

Alberto S. Santos

Tudo sobre o Irão

Ricardo Alexandre