filiar

fi.li.ar
fiˈljar
verbo transitivo
2.
εγγράφω, δέχομαι
filiar (alguém) num partido
δέχομαι (κάποιον) σ' ένα κόμμα
filiaram-no na maçonaria
τον δέχτηκαν στη μασονία
pediu para ser filiado no sindicato
ζήτησε να τον εγγράψουν στο συνδικάτο
3.
εντάσσω
há quem filie esse autor no realismo
μερικοί εντάσσουν αυτό το συγγραφέα στο ρεαλισμό
ANTÓNIMOS
VER +
VEJA TAMBÉM
VER +
Porto Editora – filiar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 11:29:25]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO
código de conduta das empresas comunitárias que possuem filiais na África do Sul
κώδικας συμπεριφοράς των κοινοτικών επιχειρήσεων που έχουν θυγατρικές στη Νότια Αφρική
DIREITO, FINANÇAS
tributação separada das filiais
ξεχωριστή φορολόγηση των θυγατρικών
regime de sociedades principais e filiais
έκπτωση εισπραχθέντων μερισμάτων, καθεστώς μεταξύ μητρικών και θυγατρικών εταιρειών, φορολογικό καθεστώς της μητρικής και των θυγατρικών εταιρειών, φορολογικό προνόμιο
ECONOMIA
estatísticas internas sobre as filiais estrangeiras
στατιστικές εισαγωγής για τις αλλοδαπές συνδεόμενες επιχειρήσεις
Estatísticas externas sobre as filiais estrangeiras
στατιστικές εξαγωγής για τις αλλοδαπές συνδεόμενες επιχειρήσεις
VER +