firmar

fir.mar
firˈmar
verbo transitivo
2.
στηρίζω [em, σε]
firmei o queixo numa das mãos
στήριξα το πηγούνι μου στο ένα μου χέρι
firmou a mão na bengala e fez um esforço para se levantar
στήριξε το χέρι στο μπαστούνι, και έκανε μια προσπάθεια για να σηκωθεί
firmou os pés no chão e alvejou
στήριξε τα πόδια του στο έδαφος και πυροβόλησε
3.
θεμελιώνω [em, σε], βασίζω [em, σε], στηρίζω [em, σε]
firmar uma hipótese em dados experimentais
θεμελιώνω μια υπόθεση σε πειραματικά δεδομένα
não sei em que firmou ele as suas conclusões
δεν ξέρω σε τι βάσισε αυτός τα συμπεράσματά του
4.
οριστικοποιώ
eles firmaram um compromisso de ajuda mútua
αυτοί οριστικοποίησαν μια δέσμευση αλληλοβοήθειας
firmar um contrato
οριστικοποιώ σύμβαση
5.
εδραιώνω
fez tudo para firmar o seu poder
έκανε τα πάντα για να εδραιώσει την εξουσία του
o governo afirma querer firmar a prosperidade do país
η κυβέρνηση δηλώνει πως θέλει να εδραιώσει την ευημερία της χώρας
6.
στυλώνω [em, σε], καρφώνω [em, σε]
firmar os olhos em (alguém/alguma coisa)
καρφώνω τα μάτια μου σε (κάποιον/κάτι)
firmou a vista no horizonte, tentando discernir alguma coisa
στύλωσε το βλέμμα στον ορίζοντα, προσπαθώντας να διακρίνει κάτι
7.
υπογράφω
firmar a paz
υπογράφω την ειρήνη
firmar um documento
υπογράφω ένα έγγραφο
Porto Editora – firmar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-19 11:50:12]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
textura firme
συμπαγής υφή, συνεκτικός ιστός
pavimento de piso firme
πλάκα δαπέδου στάβλου
nó firme / nó sólido
στερεός ρόζος
CIÊNCIAS
gelo firme junto da costa
σταθερός πάγος
assentada rochosa / firme / rocha-mãe / substrato rochoso
μητρικό πέτρωμα, μητρικός βράχος, στρώμα βράχου
DIREITO, FINANÇAS
escritura de obrigação firme
οριστική πράξη μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων
VER +