fortalecer

for.ta.le.cer
furtɐləˈser
verbo transitivo
1.
δυναμώνω, ενδυναμώνω
a natação fortaleceu-lhe o corpo
η κολύμβηση του δυνάμωσε το σώμα
loção que fortalece o cabelo
λοσιόν που δυναμώνει τα μαλλιά
2.
ενισχύω
fortalecer os pilares duma ponte
ενισχύω τα υποστυλώματα μιας γέφυρας
o advogado fortaleceu a acusação com novos testemunhos
ο δικηγόρος ενίσχυσε τις κατηγορίες με νέες μαρτυρίες
3.
εδραιώνω
fortalecer o regime democrático
εδραιώνω το δημοκρατικό καθεστώς
viagens que fortaleceram a presença portuguesa na Índia
ταξίδια που εδραίωσαν την πορτογαλική παρουσία στην Ινδία
4.
ενδυναμώνω, τονώνω
as minhas palavras fortaleceram-lhe o ânimo
τα λόγια μου ενδυμάνωσαν το ηθικό του
fortalecer o espírito combativo
τονώνω το αγωνιστικό πνεύμα
5.
MILITAR ενδυναμώνω, ενισχύω
fortalecer as posições avançadas dum exército
ενδυναμώνω την εμπροσθοφυλακή μιας στρατιάς
Porto Editora – fortalecer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-08 00:10:51]. Disponível em