fundo

funda
fun.do
ˈfũdu
nome masculino
1.
πυθμένας, βυθός, πάτος
explorar o fundo do mar
εξερευνώ το βυθό της θάλασσας
há água no fundo do poço
υπάρχει νερό στον πυθμένα του πηγαδιού
o fundo deste rio é arenoso
ο πυθμένας αυτού του ποταμού είναι αμμώδης
2.
πάτος
a borra assentou no fundo do barril
η μούργα κάθισε στον πάτο του βαρελιού
a garrafa tinha um pouco de azeite no fundo
το μπουκάλι είχε λίγο λάδι στον πάτο
barco de fundo chato
βάρκα με επίπεδο πάτο
fundo falso
ψεύτικος πάτος
o livro que quero está no fundo da pilha
το βιβλίο που θέλω είναι στον πάτο της στοίβας
panela de fundo reforçado
τσουκάλι με ενισχυμένο πάτο
resíduos que se depositaram no fundo
υπολείμματα που κατακάθισαν στον πάτο
3.
βάθος neutro
ao fundo das escadas, havia uma pequena porta
στο βάθος της σκάλας, υπήρχε μια μικρή πόρτα
ao fundo do corredor/da rua
στο βάθος του διαδρόμου/δρόμου
é ali ao fundo
είναι εκεί στο βάθος
uma cortina escondia o fundo da sala
μια κουρτίνα έκρυβε το βάθος της αίθουσας
4.
φόντο neutro
cor de fundo
χρώμα του φόντου
o fundo do tecido era azulado
το φόντο του υφάσματος ήταν γαλαζωπό
o fundo duma tela
το φόντο ενός πίνακα
o fundo uniforme duma fotografia de tipo passe
το ομοιόμορφο φόντο μιας φωτογραφίας για ταυτότητα
5.
figurado βάθη neutro,plural , μύχια neutro,plural , κατάβαθα neutro,plural
desejo-te sorte do fundo da minha alma
σου εύχομαι καλή τύχη από τα βάθη της ψυχής μου
do fundo do coração
από τα μύχια της καρδιάς μου
6.
figurado βάθος neutro , ουσία feminino
ir ao fundo dum problema
ερευνώ την ουσία ενός προβλήματος
7.
figurado βάση feminino , υπόσταση feminino
afinal, o boato não tinha qualquer fundo de verdade
τελικά, η φήμη δεν είχε βάση αλήθειας
reclamação sem fundo legal
διαμαρτυρία χωρίς νομική υπόσταση
8.
DESPORTO μεγάλες αποστάσεις feminino,plural
participar numa corrida de fundo
συμμετέχω σε μια κούρσα μεγάλων αποστάσεων
9.
ECONOMIA απόθεμα neutro
fundo de garantia
απόθεμα εγγύησης
fundos de reforma
αποθέματα σύνταξης
recorrer a um fundo de maneio
ανατρέχω σ' ένα απόθεμα διαχείρισης
10.
ταμείο neutro
fundo de desemprego
ταμείο ανεργίας
Fundo Monetário Internacional
Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
11.
plural πόροι, κεφάλαια neutro
angariar fundos para a construção dum orfanato
συλλέγω πόρους για την ανέγερση ενός ορφανοτροφείου
conseguir reunir fundos
καταφέρνω να μαζέψω κεφάλαια
fundos disponíveis
διαθέσιμα κεφάλαια
prover um cientista de fundos para investigação
εφοδιάζω έναν επιστήμονα με πόρους για έρευνα
12.
plural κονδύλια neutro
aproveitar bem os fundos concedidos pela União Europeia
χρησιμοποιώ καλά τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης
advérbio
βαθιά
as raízes enterraram-se fundo
οι ρίζες θάφτηκαν βαθιά
respirar fundo
αναπνεύω βαθιά
a fundo
1.
σχολαστικά, σοβαρά
empenhou-se a fundo na formação dos filhos
αφοσιώθηκε σχολαστικά στην ηθική διάπλαση των παιδιών του
2.
εις/σε βάθος
examinar a fundo uma questão
εξετάζω μια υπόθεση εις βάθος
a fundo perdido
μη εισπράξιμος
empréstimo a fundo perdido
μη εισπράξιμο δάνειο
(jornalismo) artigo de fundo
κύριο άρθρο
calar fundo
1.
αποσιωπώ
2.
προκαλώ μεγάλη εντύπωση, έχω μεγάλο αντίκτυπο
TEATRO cenário de fundo
σκηνικό του βάθους, φόντο
de fundo
1.
ουσιώδης
fazer reformas de fundo
κάνω ουσιώδεις μεταρρυθμίσεις
2.
υπόκωφος
ouvia-se um barulho de fundo
ακουγόταν ένας υπόκωφος θόρυβος
fundo de agulha
βελονότρυπα
ECONOMIA fundo de reserva
αποθεματικό
fundo do mar
βυθός
NÁUTICA fundos baixos
αβαθή ύδατα, ρηχά
ECONOMIA fundos de investimento
αμοιβαία κεφάλαια
ECONOMIA fundos públicos
κρατικά χρεώγραφα
NÁUTICA grandes fundos
απύθμενα νερά
ir ao fundo
βυθίζομαι, βουλιάζω
música de fundo
μουσική υπόκρουση
no fundo
1.
κατά βάση
no fundo, não é assim tão complicado
κατά βάση, δεν είναι και τόσο πολύπλοκο
2.
κατά βάθος
no fundo, ele sabia que não tinha razão, mas não queria dar o braço a torcer
κατά βάθος, ήξερε ότι είχε άδικο, μα δεν ήθελε να το παραδεχτεί
pano de fundo
σενάριο, φόντο
sem fundo
απύθμενος
poço sem fundo
απύθμενο πηγάδι
ver o fundo ao tacho
1.
τρώω του σκασμού
2.
μένω απένταρος
3.
τελειώνω επιτέλους μια δουλειά
fundo
forma do verbo fundar
1.ª pessoa do singular do presente do indicativo
eu fundo
forma do verbo fundir
1.ª pessoa do singular do presente do indicativo
eu fundo
Como referenciar: Porto Editora – fundo no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-21 23:41:38]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
fundo avermelhado
φόντος ερυθρωπός
ATIVIDADE POLÍTICA, ECONOMIA, FINANÇAS
Fundo de auxílio à descentralização
ενισχύσεις στην αποκέντρωση
ATIVIDADE POLÍTICA, FINANÇAS
Fundo de Equilíbrio Financeiro
ταμείο δημοσιονομικής εξισορρόπησης
VER +