galante

ga.lan.te
ɡɐˈlɐ̃t(ə)
adjetivo de 2 géneros
1.
φιλοφρονητικός, ιπποτικός
comportamento galante
φιλοφρονητικό φέρσιμο
2.
(pessoa) φιλόφρων, φιλοφρονητικός, ιπποτικός
homem galante
φιλόφρων άντρας
3.
χωρατατζίδικος, πνευματώδης
dito galante
χωρατατζίδικη κουβέντα
nome masculino
γαλαντόμος
uma mulher cercada das atenções dum galante
μια γυναίκα που περιποιείται από ένα γαλαντόμο
Porto Editora – galante no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-24 22:49:32]. Disponível em