garatujar

ga.ra.tu.jar
ɡɐrɐtuˈʒar
verbo transitivo
1.
μουντζουρώνω, κάνω μουντζούρες [σε]
garatujar paredes
μουντζουρώνω τοίχους
2.
κακογράφω, ορνιθοσκαλίζω
garatujar a sua rubrica
κακογράφω τη μονογραφή μου
garatujou duas linhas
ορνιθοσκάλισε δυο αράδες
verbo intransitivo
κάνω ορνιθοσκαλίσματα
o miúdo esteve entretido, a garatujar
το πιτσιρίκι ήταν απασχολημένος, κάνοντας ορνιθοσκαλίσματα
Porto Editora – garatujar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-26 19:40:48]. Disponível em