Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais

favoritos
ga.so.soseparador fonéticaɡɐˈzozu
adjetivo
1.
αέριος
massas gasosas
αέριες μάζες
o estado gasoso
η αέρια κατάσταση
2.
αεριώδης
o fracionamento duma mistura gasosa
ο διαχωρισμός ενός αεριώδους μείγματος
3.
αεριούχος
bebida gasosa
αεριούχο ποτό

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    gasoso
    el
    αεριώδης
  • iron, steel and other metal industries / means of communication
    gasoso
    el
    αεριούχος
  • iron, steel and other metal industries
    fluxo gasoso
    el
    αέριο συλλίπασμα
  • ENVIRONMENT
    estado gasoso
    el
    αέρια κατάσταση
  • pollution / ENVIRONMENT
    gás poluente / poluente gasoso
    el
    αέριος ρύπος
  • ENVIRONMENT / INDUSTRY
    efluente gasoso
    el
    απαέριο, εκπεμπόμενο απαέριο
  • chemistry
    oxigénio gasoso
    el
    αέριο οξυγόνο
  • ENVIRONMENT
    efluente gasoso
    el
    αεριώδες απόβλητο
  • gas / hydrogen
    hidrogénio gasoso
    el
    αέριο υδρογόνο
  • iron, steel and other metal industries
    varrimento gasoso
    el
    καθαρισμός ατμόσφαιρας
  • ENVIRONMENT / fuel
    combustível gasoso / gás combustível
    el
    αέριο καύσιμο, αέρια καύσιμα
  • chemistry
    cromatógrafo gasoso
    el
    αέριος χρωματογράφος, αεριοχρωματογράφος
  • ENERGY
    hidrocarboneto gasoso
    el
    αεριώδης υδρογονάνθρακας, αέριος υδρογονάνθρακας
  • administrative law / materials technology
    agente extintor gasoso
    el
    αέριο κατασβεστικό υλικό
  • linha de isolamento gasoso
    el
    γραμμή μόνωσης αερίου, κύκλωμα μόνωσης αερίου
  • mechanical engineering / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    agente refrigerante gasoso
    el
    ψυκτικό αέριο
  • ENVIRONMENT
    conduta de efluente gasoso
    el
    ρεύμα απόβλητου αερίου
  • ENVIRONMENT
    poluente atmosférico gasoso / poluentes gasosos
    el
    αεριόμορφος ρύπος της ατμόσφαιρας
  • earth sciences
    composto de fluoreto gasoso
    el
    αέρια φθοριούχος ένωση
  • electronics and electrical engineering
    crescimento epitaxial gasoso
    el
    επίταξη αέριας φάσεως
  • administrative law / materials technology
    extinção usando agente gasoso
    el
    κατάσβεση με χρήση αερίου
  • earth sciences / chemistry
    termoquímica do estado gasoso / aerotermoquímica
    el
    αεροθερμοχημεία
  • ENVIRONMENT
    efluente gasoso saindo da chaminé
    el
    εκροή καπνοδόχου
  • mechanical engineering
    refrigerante gasoso de fase única
    el
    ψυκτικό μέσο σε ατμώδη φάση
  • earth sciences / ENVIRONMENT
    produto gasoso resultante da degradação
    el
    αέριο προϊόν αποδόμησης
  • electronics and electrical engineering
    subestação blindada com isolamento gasoso
    el
    υποσταθμός μεταλλοενδεδυμένος με μόνωση αερίου
  • fase gasosa
    el
    αέρια φάση
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    água gasosa
    el
    αεριούχο νερό
  • life sciences
    trocas gasosas / respiração
    el
    αναπνοή
  • nuclear energy / ENERGY / electronics and electrical engineering
    difusão gasosa
    el
    αέρια διάχυση
  • earth sciences
    mistura gasosa
    el
    ατμόσφαιρα αερίου, ατμόσφαιρα αερίων
  • medical science
    embolia gasosa
    el
    αερώδης εμβολή
  • physical sciences
    descarga elétrica / condução gasosa
    el
    ηλεκτρική εκκένωση, αγωγιμότητα αερίου
  • electronics and electrical engineering
    absorção gasosa
    el
    απορρόφηση από αέριο
  • electronics and electrical engineering
    oxidação gasosa
    el
    αεριώδης οξείδωση, οξείδωση σε αέριο περιβάλλον
  • electronics and electrical engineering
    drogagem gasosa
    el
    νόθευση με αέριο
  • medical science
    gangrena gasosa
    el
    αεριογόνα γάγγραινα
  • mechanical engineering
    película gasosa
    el
    στρώμα αερίου, αέριο στρώμα
  • ENVIRONMENT
    emissões gasosas / emissão de gases de combustão
    el
    εκπομπή απαερίων (καυσαερίων, εκπομπή απαερίων (καυσαερίων)
  • electronics and electrical engineering
    decapagem gasosa
    el
    χάραξη με προσβολή από αέριο
  • nuisance / pollution / waste / EU Emissions Trading Scheme / INDUSTRY
    gás de combustão / efluentes gasosos / fumos / gás de fornalha
    el
    καυσαέριο καμινάδας, απαέριο
  • iron, steel and other metal industries
    nitruração gasosa
    el
    αεριοεναζώτωση, αέρια εναζώτωση
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    intoxicação gasosa
    el
    βλάβη λόγω υψηλής συγκέντρωσης τοξικού αερίου
  • mechanical engineering / earth sciences
    contaminação gasosa
    el
    ρύπανση αέριας μορφής
  • chemistry
    cromatografia em fase gasosa / cromatografia gasosa / CG / cromatografia gasosa / cromatografia gás-líquido
    el
    αεριοχρωματογραφία, χρωματογραφία αέριας φάσης
  • materials technology / mechanical engineering
    VPI / inibidor da fase gasosa
    el
    παρεμποδιστής αέριας φάσης
  • electronics and electrical engineering
    ecrã de descarga gasosa
    el
    οπτική ένδειξη εκκένωσης αερίων
  • ENVIRONMENT
    pirólise em fase gasosa
    el
    εξαερίωση με αέριο θερμομεταφορά, πυρόλυση με αέριο θερμομεταφορά
  • medical science
    embolia gasosa pulmonar
    el
    ασφυκτικές εκδηλώσεις
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – gasoso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-02-25 11:59:53]. Disponível em
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    gasoso
    el
    αεριώδης
  • iron, steel and other metal industries / means of communication
    gasoso
    el
    αεριούχος
  • iron, steel and other metal industries
    fluxo gasoso
    el
    αέριο συλλίπασμα
  • ENVIRONMENT
    estado gasoso
    el
    αέρια κατάσταση
  • pollution / ENVIRONMENT
    gás poluente / poluente gasoso
    el
    αέριος ρύπος
  • ENVIRONMENT / INDUSTRY
    efluente gasoso
    el
    απαέριο, εκπεμπόμενο απαέριο
  • chemistry
    oxigénio gasoso
    el
    αέριο οξυγόνο
  • ENVIRONMENT
    efluente gasoso
    el
    αεριώδες απόβλητο
  • gas / hydrogen
    hidrogénio gasoso
    el
    αέριο υδρογόνο
  • iron, steel and other metal industries
    varrimento gasoso
    el
    καθαρισμός ατμόσφαιρας
  • ENVIRONMENT / fuel
    combustível gasoso / gás combustível
    el
    αέριο καύσιμο, αέρια καύσιμα
  • chemistry
    cromatógrafo gasoso
    el
    αέριος χρωματογράφος, αεριοχρωματογράφος
  • ENERGY
    hidrocarboneto gasoso
    el
    αεριώδης υδρογονάνθρακας, αέριος υδρογονάνθρακας
  • administrative law / materials technology
    agente extintor gasoso
    el
    αέριο κατασβεστικό υλικό
  • linha de isolamento gasoso
    el
    γραμμή μόνωσης αερίου, κύκλωμα μόνωσης αερίου
  • mechanical engineering / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    agente refrigerante gasoso
    el
    ψυκτικό αέριο
  • ENVIRONMENT
    conduta de efluente gasoso
    el
    ρεύμα απόβλητου αερίου
  • ENVIRONMENT
    poluente atmosférico gasoso / poluentes gasosos
    el
    αεριόμορφος ρύπος της ατμόσφαιρας
  • earth sciences
    composto de fluoreto gasoso
    el
    αέρια φθοριούχος ένωση
  • electronics and electrical engineering
    crescimento epitaxial gasoso
    el
    επίταξη αέριας φάσεως
  • administrative law / materials technology
    extinção usando agente gasoso
    el
    κατάσβεση με χρήση αερίου
  • earth sciences / chemistry
    termoquímica do estado gasoso / aerotermoquímica
    el
    αεροθερμοχημεία
  • ENVIRONMENT
    efluente gasoso saindo da chaminé
    el
    εκροή καπνοδόχου
  • mechanical engineering
    refrigerante gasoso de fase única
    el
    ψυκτικό μέσο σε ατμώδη φάση
  • earth sciences / ENVIRONMENT
    produto gasoso resultante da degradação
    el
    αέριο προϊόν αποδόμησης
  • electronics and electrical engineering
    subestação blindada com isolamento gasoso
    el
    υποσταθμός μεταλλοενδεδυμένος με μόνωση αερίου
  • fase gasosa
    el
    αέρια φάση
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    água gasosa
    el
    αεριούχο νερό
  • life sciences
    trocas gasosas / respiração
    el
    αναπνοή
  • nuclear energy / ENERGY / electronics and electrical engineering
    difusão gasosa
    el
    αέρια διάχυση
  • earth sciences
    mistura gasosa
    el
    ατμόσφαιρα αερίου, ατμόσφαιρα αερίων
  • medical science
    embolia gasosa
    el
    αερώδης εμβολή
  • physical sciences
    descarga elétrica / condução gasosa
    el
    ηλεκτρική εκκένωση, αγωγιμότητα αερίου
  • electronics and electrical engineering
    absorção gasosa
    el
    απορρόφηση από αέριο
  • electronics and electrical engineering
    oxidação gasosa
    el
    αεριώδης οξείδωση, οξείδωση σε αέριο περιβάλλον
  • electronics and electrical engineering
    drogagem gasosa
    el
    νόθευση με αέριο
  • medical science
    gangrena gasosa
    el
    αεριογόνα γάγγραινα
  • mechanical engineering
    película gasosa
    el
    στρώμα αερίου, αέριο στρώμα
  • ENVIRONMENT
    emissões gasosas / emissão de gases de combustão
    el
    εκπομπή απαερίων (καυσαερίων, εκπομπή απαερίων (καυσαερίων)
  • electronics and electrical engineering
    decapagem gasosa
    el
    χάραξη με προσβολή από αέριο
  • nuisance / pollution / waste / EU Emissions Trading Scheme / INDUSTRY
    gás de combustão / efluentes gasosos / fumos / gás de fornalha
    el
    καυσαέριο καμινάδας, απαέριο
  • iron, steel and other metal industries
    nitruração gasosa
    el
    αεριοεναζώτωση, αέρια εναζώτωση
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    intoxicação gasosa
    el
    βλάβη λόγω υψηλής συγκέντρωσης τοξικού αερίου
  • mechanical engineering / earth sciences
    contaminação gasosa
    el
    ρύπανση αέριας μορφής
  • chemistry
    cromatografia em fase gasosa / cromatografia gasosa / CG / cromatografia gasosa / cromatografia gás-líquido
    el
    αεριοχρωματογραφία, χρωματογραφία αέριας φάσης
  • materials technology / mechanical engineering
    VPI / inibidor da fase gasosa
    el
    παρεμποδιστής αέριας φάσης
  • electronics and electrical engineering
    ecrã de descarga gasosa
    el
    οπτική ένδειξη εκκένωσης αερίων
  • ENVIRONMENT
    pirólise em fase gasosa
    el
    εξαερίωση με αέριο θερμομεταφορά, πυρόλυση με αέριο θερμομεταφορά
  • medical science
    embolia gasosa pulmonar
    el
    ασφυκτικές εκδηλώσεις
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – gasoso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-02-25 11:59:53]. Disponível em
Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais