MOMENTOS WOOK - 20% de desconto em todos os livros
Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais

favoritos
gas.toseparador fonéticaˈɡaʃtu
adjetivo
1.
ξοδεμένος
dinheiro mal gasto
άσχημα ξοδεμένα λεφτά
2.
ξοδεμένος, καταναλωμένος
medir a água gasta num mês
μετρώ το καταναλωμένο μέσα σ' ένα μήνα νερό
3.
φθαρμένος, λιωμένος
estas solas estão gastas
αυτές οι σόλες είναι λιωμένες
4.
φθαρμένος
tem a saúde gasta
έχει φθαρμένη υγεία
5.
σπαταλημένος
tempo gasto em coisas inúteis
χρόνος σπαταλημένος σε άχρηστα πράγματα
nome masculino
1.
ξόδεμα neutro, ξόδεψη feminino
evitar um gasto de dinheiro
αποφεύγω το ξόδεμα χρημάτων
2.
ξόδεμα neutro, κατανάλωση feminino
calcular o gasto de energia
υπολογίζω την κατανάλωση ενέργειας
3.
έξοδο neutro, δαπάνη feminino
este mês tive muitos gastos
αυτό το μήνα είχα πολλά έξοδα
4.
φθορά feminino, φθαρμός, λιώσιμο neutro
o gasto dos pneus
η φθορά των ελαστικών
gasto
particípio passado do verbo gastar

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • ECONOMICS / statistics / budget
    despesa / gasto
    el
    δαπάνη, επιβάρυνση, έξοδο
  • ECONOMICS
    gasto / desperdício
    el
    σπατάλη
  • chemistry
    ar gasto
    el
    χρησιμοποιημένος αέρας
  • land transport / industrial structures / TRANSPORT
    pneu gasto / pneu liso
    el
    ελαστικό κατεστραμμένο από συνεχή χρήση, φθαρμένο ελαστικό
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    lado gasto
    el
    παλαίωση ελαστικού επισώτρου, βαθμός γήρανσης
  • núcleo gasto
    el
    εξαντλημένος πυρήνας αντιδραστήρος
  • iron, steel and other metal industries / mechanical engineering
    rebolo liso / rebolo gasto
    el
    λεία σμίλη
  • cost of borrowing / accounting
    gasto de juros / despesa com juros
    el
    έξοδα υπό μορφή τόκων, καταβληθέντες τόκοι, έξοδο τόκου, πληρωθέντες τόκοι
  • accounting
    custo de depreciação / gasto de depreciação
    el
    έξοδα απόσβεσης, κόστος από τη μείωση της αξίας
  • natural and applied sciences / life sciences
    gasto possível da água
    el
    δυνατή ανάλωσις ύδατος
  • ECONOMICS / EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS
    tempo de trabalho gasto
    el
    χρήσιμος χρόνος εργασίας
  • mechanical engineering
    peça gasta
    el
    φθαρμένο εξάρτημα
  • preparation for market / information technology and data processing
    gastos reais
    el
    πραγματικά έξοδα, πραγματικό κόστος
  • corporate finance / accounting
    custos indiretos / custos gerais / despesas gerais / gastos gerais
    el
    οργανικά έξοδα, έμμεσα έξοδα, γενικά έξοδα, κοινωφελείς δαπάνες
  • building and public works / ECONOMICS
    despesas diretas / gastos diretos
    el
    άμεσοι δαπάναι
  • accounting / FINANCE
    gastos indiretos / custos indiretos
    el
    έμμεσο κόστος
  • statistics / budgetary expenditure
    gastos em defesa
    el
    αμυντικές δαπάνες
  • preparation for market / ECONOMICS
    gastos de vendas / despesas de distribuição / custos de comercialização / gastos comerciais / custo de distribuição
    el
    έξοδα διανομής
  • means of communication
    carateres gastos
    el
    κατεστραμένα στοιχεία, στραβωμένα στοιχεία
  • land transport / TRANSPORT
    gastos de tração
    el
    δαπάνες έλξης
  • EUROPEAN UNION / FINANCE
    cobrir os gastos
    el
    καλύπτω δαπάνες
  • preparation for market / ECONOMICS
    receitas e gastos
    el
    έσοδα και έξοδα
  • electronics and electrical engineering
    gastos de energia
    el
    ενεργειακές δαπάνες
  • preparation for market
    relação dos gastos
    el
    κατάσταση δαπανών, δελτίο δαπανών
  • economic structure / public finance and budget policy / accounting
    gastos com comissões
    el
    έξοδα από προμήθειες
  • land transport / ECONOMICS / TRANSPORT
    despesas em transporte / gastos de transporte
    el
    έξοδα μεταφοράς, δαπάνες μεταφοράς
  • preparation for market
    repartição de gastos
    el
    κατανομή των εξόδων
  • preparation for market / ECONOMICS
    gastos de publicidade
    el
    έξοδα διαφήμισης
  • social affairs
    gastos com dependentes
    el
    έξοδα για την επιμέλεια παιδιών
  • accounting
    gastos de administração / despesas administrativas
    el
    γενικά έξοδα διοίκησης, διοικητικά έξοδα, έξοδα διοίκησης
  • preparation for market
    gastos gerais de fabricação
    el
    έξοδα βιομηχανοποίησης, έξοδα κατασκευής
  • preparation for market
    coeficiente de gastos gerais
    el
    συντελεστής γενικών εξόδων
  • accounting
    gastos variáveis por escalões
    el
    κλιμακωτά μεταβαλλόμενο κόστος
  • preparation for market
    variação dos gastos indiretos
    el
    απόκλιση επί των εμμέσων εξόδων
  • preparation for market
    gastos gerais administrativos
    el
    γενικά έξοδα διοίκησης
  • preparation for market
    excedente da cobertura de gastos
    el
    υπέρβαση του υπολογισθέντος σε σχέση με το πραγματοποιηθέν κόστος
  • chemistry
    extrair o deutério da resina gasta / extrair o deutério da resina exausta
    el
    αποδευτερίωσις εξαντλημένης ρητίνης
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – gasto no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-02-29 08:09:10]. Disponível em
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • ECONOMICS / statistics / budget
    despesa / gasto
    el
    δαπάνη, επιβάρυνση, έξοδο
  • ECONOMICS
    gasto / desperdício
    el
    σπατάλη
  • chemistry
    ar gasto
    el
    χρησιμοποιημένος αέρας
  • land transport / industrial structures / TRANSPORT
    pneu gasto / pneu liso
    el
    ελαστικό κατεστραμμένο από συνεχή χρήση, φθαρμένο ελαστικό
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    lado gasto
    el
    παλαίωση ελαστικού επισώτρου, βαθμός γήρανσης
  • núcleo gasto
    el
    εξαντλημένος πυρήνας αντιδραστήρος
  • iron, steel and other metal industries / mechanical engineering
    rebolo liso / rebolo gasto
    el
    λεία σμίλη
  • cost of borrowing / accounting
    gasto de juros / despesa com juros
    el
    έξοδα υπό μορφή τόκων, καταβληθέντες τόκοι, έξοδο τόκου, πληρωθέντες τόκοι
  • accounting
    custo de depreciação / gasto de depreciação
    el
    έξοδα απόσβεσης, κόστος από τη μείωση της αξίας
  • natural and applied sciences / life sciences
    gasto possível da água
    el
    δυνατή ανάλωσις ύδατος
  • ECONOMICS / EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS
    tempo de trabalho gasto
    el
    χρήσιμος χρόνος εργασίας
  • mechanical engineering
    peça gasta
    el
    φθαρμένο εξάρτημα
  • preparation for market / information technology and data processing
    gastos reais
    el
    πραγματικά έξοδα, πραγματικό κόστος
  • corporate finance / accounting
    custos indiretos / custos gerais / despesas gerais / gastos gerais
    el
    οργανικά έξοδα, έμμεσα έξοδα, γενικά έξοδα, κοινωφελείς δαπάνες
  • building and public works / ECONOMICS
    despesas diretas / gastos diretos
    el
    άμεσοι δαπάναι
  • accounting / FINANCE
    gastos indiretos / custos indiretos
    el
    έμμεσο κόστος
  • statistics / budgetary expenditure
    gastos em defesa
    el
    αμυντικές δαπάνες
  • preparation for market / ECONOMICS
    gastos de vendas / despesas de distribuição / custos de comercialização / gastos comerciais / custo de distribuição
    el
    έξοδα διανομής
  • means of communication
    carateres gastos
    el
    κατεστραμένα στοιχεία, στραβωμένα στοιχεία
  • land transport / TRANSPORT
    gastos de tração
    el
    δαπάνες έλξης
  • EUROPEAN UNION / FINANCE
    cobrir os gastos
    el
    καλύπτω δαπάνες
  • preparation for market / ECONOMICS
    receitas e gastos
    el
    έσοδα και έξοδα
  • electronics and electrical engineering
    gastos de energia
    el
    ενεργειακές δαπάνες
  • preparation for market
    relação dos gastos
    el
    κατάσταση δαπανών, δελτίο δαπανών
  • economic structure / public finance and budget policy / accounting
    gastos com comissões
    el
    έξοδα από προμήθειες
  • land transport / ECONOMICS / TRANSPORT
    despesas em transporte / gastos de transporte
    el
    έξοδα μεταφοράς, δαπάνες μεταφοράς
  • preparation for market
    repartição de gastos
    el
    κατανομή των εξόδων
  • preparation for market / ECONOMICS
    gastos de publicidade
    el
    έξοδα διαφήμισης
  • social affairs
    gastos com dependentes
    el
    έξοδα για την επιμέλεια παιδιών
  • accounting
    gastos de administração / despesas administrativas
    el
    γενικά έξοδα διοίκησης, διοικητικά έξοδα, έξοδα διοίκησης
  • preparation for market
    gastos gerais de fabricação
    el
    έξοδα βιομηχανοποίησης, έξοδα κατασκευής
  • preparation for market
    coeficiente de gastos gerais
    el
    συντελεστής γενικών εξόδων
  • accounting
    gastos variáveis por escalões
    el
    κλιμακωτά μεταβαλλόμενο κόστος
  • preparation for market
    variação dos gastos indiretos
    el
    απόκλιση επί των εμμέσων εξόδων
  • preparation for market
    gastos gerais administrativos
    el
    γενικά έξοδα διοίκησης
  • preparation for market
    excedente da cobertura de gastos
    el
    υπέρβαση του υπολογισθέντος σε σχέση με το πραγματοποιηθέν κόστος
  • chemistry
    extrair o deutério da resina gasta / extrair o deutério da resina exausta
    el
    αποδευτερίωσις εξαντλημένης ρητίνης
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – gasto no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-02-29 08:09:10]. Disponível em
Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais