graça

gra.ça
ˈɡrasɐ
nome feminino
1.
χάρη, εξυπηρέτηση
agradecer uma graça recebida
ευχαριστώ μια χάρη που μου έκαναν
2.
χάρη
caminhar com graça
βαδίζω με χάρη
é admirável a graça com que se exprime
είναι αξιοθαύμαστη η χάρη με την οποία εκφράζεται
movimentos cheios de graça
κινήσεις όλο χάρη
porte de graça inefável
κοσμοστασιά με άφατη χάρη
3.
χάρη, ομορφιά
assim, o teu cabelo não tem graça
έτσι, τα μαλλιά σου δεν έχουν καθόλου χάρη
o vestido assentava-lhe sem graça nenhuma
το φόρεμα έπεφτε πάνω της χωρίς καμιά χάρη
4.
RELIGIÃO χάρη, χάρις
a graça divina
η θεία χάρις
estado de graça
κατάσταση χάριτος
pessoa tocada pela graça de Deus
άνθρωπος που αγγίχτηκε από τη χάρη του Θεού
5.
δώρημα neutro , χάρισμα neutro , χάρη
ela agradece a Deus as graças que conferiu ao homem
αυτή ευχαριστεί το Θεό για τα χαρίσματα που δώρισε στον άνθρωπο
6.
χάρη, επιείκεια
dar graça a um condenado
δίνω χάρη σ' έναν κατάδικο
implorar a graça (de alguém)
ικετεύω για την επιείκεια (κάποιου)
7.
εύνοια, ευμένεια
cair em graça
χαίρω εύνοιας
8.
αστείο neutro
é mais uma das sua graças
είναι ένα ακόμα από τα αστεία του
estar sempre a dizer graças
λέω αστεία συνέχεια
mas que graça!
τι αστείο!
9.
πνεύμα neutro , χιούμορ neutro
é uma pessoa cheia de graça, que põe os outros bem-dispostos
είναι άνθρωπος όλο πνεύμα, που κάνει τους άλλους να είναι ευδιάθετοι
10.
δώρο neutro , δωράκι neutro
trouxe-lhe uma pequena graça, nada mais que uma lembrança
σας έφερα ένα μικρό δωράκι, τίποτα παρά πάνω από ένα ενθύμιο
11.
coloquial ονοματάκι neutro , όνομα neutro
diga-me, por favor, qual é a sua graça
πείτε μου, σας παρακαλώ, το ονοματάκι σας
12.
plural ευχαριστίες
dar graças (a alguém) pelo bem que fez
δίνω ευχαριστίες (σε κάποιον) για το καλό που έκανε
RELIGIÃO ação de graças
ευχαριστήρια προσευχή, δέηση
achar graça
βρίσκω αστείο
ele riu-se da piada, enquanto eu não achei graça nenhuma
αυτός γέλασε με το χωρατό, ενώ εγώ δεν το βρήκα καθόλου αστείο
MITOLOGIA as Três Graças
οι Τρείς Χάριτες
boas graças
εύνοια
cair nas boas graças (de alguém)
αποκτώ την εύνοια (κάποιου)

captar as boas graças (de alguém)
κερδίζω την εύνοια (κάποιου)
dar um ar da sua graça
χαμογελώ
de graça
δωρεάν, τζάμπα
arranjou bilhetes de graça
βρήκε δωρεάν εισιτήρια
RELIGIÃO Dia de Ação de Graças
Ημέρα Ευχαριστιών
graças a
χάρη σε
graças à generosidade dos vizinhos, lá se ia mantendo
χάρη στη γενναιοδωρία των γειτόνων, κατάφερνε να επιβιώνει

graças à sua ajuda
χάρη στη βοήθειά του
graças a Deus!
δόξα τω θεώ!, δόξα σοι ο Θεός!
(provérbio) mais vale cair em graça do que ser engraçado
καλύτερα να ευχαριστείς παρά να είσαι ευχάριστος
não estar para graças
δεν έχω όρεξη για αστεία
não ser para graças
είμαι δύστροπος άνθρωπος
nem de graça!
ούτε τζάμπα!, ούτε χαρισμένο!
pela graça de Deus
ελέω Θεού
rei pela graça de Deus
ελέω Θεού βασιλεύς
por graça
για αστείο
sem graça
άχαρος
ficar sem graça
γίνομαι άχαρος

vestido sem graça
άχαρο φόρεμα
tem graça!
για δες!
ter graça
είμαι αστείος
ANAGRAMAS
Como referenciar: Porto Editora – graça no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-28 10:14:37]. Disponível em