granjear

gran.je.ar
ɡrɐ̃ˈʒjar
verbo transitivo
2.
συγκεντρώνω, εξασφαλίζω
granjear fundos para uma obra de beneficência
συγκεντρώνω πόρους για φιλανθρωπίες
granjeou crédito
εξασφάλισε πίστωση
tem dificuldade em granjear o seu sustento
δυσκολεύεται να εξασφαλίζει τα προς το ζην
3.
κερδίζω, εξασφαλίζω, αποκτώ
com a sua atitude, granjeou o respeito dos colegas
με τη στάση του, κέρδισε το σεβασμό των συναδέλφων του
é uma pessoa que facilmente granjeia a simpatia dos outros
είναι άνθρωπος που εύκολα κερδίζει τη συμπάθεια των άλλων
granjear a admiração (de alguém)
κερδίζω το θαυμασμό (κάποιου)
granjear a amizade (de alguém)
αποκτώ τη φιλία (κάποιου)
granjear boa fama
κερδίζω καλό όνομα
granjear simpatias
κερδίζω συμπάθειες
granjeou a confiança dos eleitores
εξασφάλισε την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων
Porto Editora – granjear no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-01 16:42:13]. Disponível em