gratificar

gra.ti.fi.car
ɡrɐtifiˈkar
verbo transitivo
1.
φιλοδωρώ, δίνω φιλοδώρημα
gratificou o empregado que o ajudou a transportar a bagagem
φιλοδώρησε τον υπάλληλο που τον βοήθησε να μεταφέρει τις αποσκευές
2.
δίνω ικανοποίηση
é uma atividade desinteressada, que sinto que me gratifica
είναι μια ανιδιοτελής δραστηριότητα, που εγώ νιώθω ότι μου δίνει ικανοποίηση
VER +
Porto Editora – gratificar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-19 01:58:49]. Disponível em