guerrear

guer.re.ar
ɡəˈʀjar
verbo transitivo
1.
πολεμώ, μάχομαι
guerrear os infiéis
πολεμώ τους απίστους
guerrear uma tribo rival
πολεμώ μια αντίπαλη φυλή
2.
πολεμώ, καταπολεμώ
guerrear o crime
καταπολεμώ το έγκλημα
3.
διαπληκτίζομαι [com, με]
ele não para de guerrear com os colegas
αυτός δεν σταματάει να διαπληκτίζεται με τους συμμαθητές του
4.
μάχομαι [por, για]
guerrear por melhores condições de vida
μάχομαι για καλύτερες συνθήκες ζωής
verbo intransitivo
πολεμώ, παλεύω
guerrearam bravamente contra o exército do inimigo
πολέμησαν γενναία ενάντια στη στρατιά του εχθρού
Porto Editora – guerrear no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 11:17:55]. Disponível em