guiar

gui.ar
ˈɡjar
verbo transitivo
2.
ξεναγώ, καθοδηγώ
prontificou-se a guiar os turistas no museu
προθυμοποιήθηκε να ξεναγήσει τους τουρίστες στο μουσείο
3.
οδηγώ, καθοδηγώ
as indicações na estrada iam-nos guiando
οι ενδείξεις στο δρόμο μας καθοδηγούσαν
4.
οδηγώ
ele guiou o carro durante muitos quilómetros
αυτός οδήγησε το αμάξι για πολλά χιλιόμετρα
guiar uma bicicleta
οδηγώ ένα ποδήλατο
5.
οδηγώ, κατευθύνω
ele guiou o carro para o parque de estacionamento
αυτός οδήγησε το αμάξι προς το πάρκινγκ
guiei os passos para a entrada
κατεύθυνα τα βήματά μου προς την είσοδο
6.
οδηγώ, καθοδηγώ, κατευθύνω
deixa-se guiar pelo instinto
αφήνει τον εαυτό του να κατευθύνεται από το ένστικτο
guiar (alguém) pelo caminho da virtude
καθοδηγώ (κάποιον) στο δρόμο της αρετής
7.
καθοδηγώ, προσανατολίζω
ao princípio, quando eu nada sabia, foi ele quem me guiou
στην αρχή, όταν εγώ δεν ήξερα τίποτα, αυτός με καθοδήγησε
8.
φωτίζω
Deus é misericordioso e guia os Seus filhos
ο Θεός είναι εύσπλαγχνος και φωτίζει τα τέκνα Του
verbo intransitivo
οδηγώ
aprender a guiar
μαθαίνω να οδηγήσω
guiar a toda a velocidade
οδηγώ ολοταχώς
guiar sem carta
οδηγώ χωρίς δίπλωμα
ANAGRAMAS
Porto Editora – guiar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-21 07:27:55]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
míssil guiado
κατευθυνόμενο βλήμα, κατευθυνόμενος πύραυλος
Guia do Candidato
οδηγός υποψηφίου
guia dos proponentes
οδηγός για την υποβολή προτάσεων, οδηγός για τους υποψηφίους
ATIVIDADE POLÍTICA, FINANÇAS
guia de acompanhamento
συνοδευτικό δελτίο μεταφοράς εμπορευμάτων
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA
Guia de Notação
οδηγός βαθμολογίας
VER +