habilidade

nome feminino
2.
δεξιότητα, επιδεξιότητα, δεξιοτεχνία
é de espantar a habilidade daquele fulano!
είναι να απορείς με τη δεξιοτεχνία εκείνου του ανθρώπου!
3.
επιτηδειότητα, εξυπνάδα
a habilidade (de alguém) ao conduzir negociações
η επιτηδειότητα (κάποιου) όταν ηγείται συνομιλιών
4.
επιτηδειότητα
um vigarista que agiu com muita habilidade
ένας απατεώνας που ενήργησε με μεγάλη επιτηδειότητα
5.
επιτηδειότητα, πονηριά
contrataram um advogado conhecido pelas suas habilidades e poucos escrúpulos
προσέλαβαν ένα δικηγόρο γνωστό για τις επιτηδειότητές του και την έλλειψη ενδοιασμών
6.
plural κόλπα neutro
admirar as habilidades dum malabarista
θαυμάζω τα κόλπα ενός ζογκλέρ
7.
plural χειροτεχνίες
mãos capazes de fazer uma série de habilidades
χέρια ικανά για να κάνουν ένα σωρό χειροτεχνίες
Porto Editora – habilidade no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-09 07:10:37]. Disponível em