habilitar-se

verbo pronominal
1.
γίνομαι ικανός [para, για], προετοιμάζομαι [para, για]
com as dificuldades que enfrentei, habilitei-me bem para a vida
με τις δυσκολίες που αντιμετώπισα, προετοιμάστηκα καλά για τη ζωή
2.
είμαι υποψήφιος [a, για]
habilitar-se a uma bolsa de estudo
είμαι υποψήφιος για μια υποτροφία
habilitar-se a um cargo/emprego
είμαι υποψήφιος για ένα αξίωμα/μια δουλειά
habilitar-se a um prémio literário
είμαι υποψήφιος για ένα λογοτεχνικό βραβείο
3.
συμμετέχω σε κλήρωση [a, για]
com a compra do bilhete, habilitei-me aos prémios oferecidos
με την αγορά του εισιτηρίου, συμμετέχω στην κλήρωση για τα δώρα που δίνουν
habilitar-se a um automóvel
συμμετέχω σε κλήρωση για ένα αυτοκίνητο
quero habilitar-me à viagem que a revista oferece
θέλω να συμμετάσχω στην κλήρωση για το ταξίδι που προσφέρει το περιοδικό
4.
κινδυνεύω [a, να]
com tal patrão, não era preciso muito para se habilitar ao despedimento
με τέτοιο αφεντικό, δεν χρειαζόταν πολύ για να κινδυνεύει να απολυθεί
habilitar-se a um reprimenda
κινδυνεύω να φάω κατσάδα
se continuas a faltar, habilitas-te a perder o ano
εάν συνεχίσεις να κάνεις απουσίες, κινδυνεύεις να χάσεις τη χρονιά
VEJA TAMBÉM
VER +
Porto Editora – habilitar-se no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 06:15:54]. Disponível em