habilitar

verbo transitivo
2.
δίνω τη δυνατότητα [a, να], επιτρέπω [a, να]
a experiência habilitava-o a gerir semelhantes situações
η πείρα τού έδινε τη δυνατότητα να χειρίζεται παρόμοιες καταστάσεις
a vida habilitou-a a avaliar bem as pessoas
η ζωή της έδωσε τη δυνατότητα να αξιολογεί καλά τους ανθρώπους
tem um diploma que o habilita a concorrer a muitos lugares
διαθέτει ένα δίπλωμα που του επιτρέπει να είναι υποψήφιος για πολλές θέσεις
3.
εξουσιοδοτώ [a, να], επιτρέπω [a, να]
aquele cartão habilitava-o a entrar na zona reservada aos sócios
εκείνη η κάρτα τον εξουσιοδοτούσε να μπαίνει στον χώρο προορισμένο για τα μέλη
4.
εξασφαλίζω συμμετοχή [a, σε]
a compra dum automóvel habilita-o ao sorteio
η αγορά αυτοκινήτου σας εξασφαλίζει συμμετοχή σε κλήρωση
VER +
VEJA TAMBÉM
VER +
Porto Editora – habilitar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-01 19:13:58]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO
licenciado habilitado pelo titular da marca
κάτοχος άδειας χρήσης εξουσιοδοτημένος από τον δικαιούχο του σήματος
terceiro habilitado a utilizar uma denominação geográfica
τρίτος που έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί γεωγραφική ονομασία
advogado habilitado a exercer no território de um Estado-Membro
δικηγόρος ο οποίος δικαιούται να ασκεί δικηγορία στο έδαφος κράτους μέλους
ECONOMIA, FINANÇAS
emitente habilitado
εγκεκριμένος εκδότης
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
teste SQE habilitado
καρδιακός παλμός
VER +