verbo transitivo
1.
καθιστώ ικανό [para, για], προετοιμάζω [para, για]
os seus conhecimentos habilitam-no para aquelas funções
οι γνώσεις του τον καθιστούν ικανό για εκείνα τα καθήκοντα
2.
δίνω τη δυνατότητα [a, να], επιτρέπω [a, να]
a experiência habilitava-o a gerir semelhantes situações
η πείρα τού έδινε τη δυνατότητα να χειρίζεται παρόμοιες καταστάσεις
a vida habilitou-a a avaliar bem as pessoas
η ζωή της έδωσε τη δυνατότητα να αξιολογεί καλά τους ανθρώπους
tem um diploma que o habilita a concorrer a muitos lugares
διαθέτει ένα δίπλωμα που του επιτρέπει να είναι υποψήφιος για πολλές θέσεις
3.
εξουσιοδοτώ [a, να], επιτρέπω [a, να]
aquele cartão habilitava-o a entrar na zona reservada aos sócios
εκείνη η κάρτα τον εξουσιοδοτούσε να μπαίνει στον χώρο προορισμένο για τα μέλη
4.
εξασφαλίζω συμμετοχή [a, σε]
a compra dum automóvel habilita-o ao sorteio
η αγορά αυτοκινήτου σας εξασφαλίζει συμμετοχή σε κλήρωση
Partilhar
Como referenciar 
habilitar – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/habilitar [visualizado em 2026-07-29 15:05:13].