igualar

i.gua.lar
iɡwɐˈlar
verbo transitivo
1.
εξομοιώνω
igualar coisas diferentes
εξομοιώνω διαφορετικά πράγματα
2.
φτάνω, γίνομαι ίσος
o valor das exportações não igualou as importações
η αξία των εξαγωγών δεν έφτασε εκείνη των εισαγωγών
3.
εξισώνω [a, με]
ele igualou as receitas às despesas
αυτός εξίσωσε τα έσοδα με τα έξοδα
4.
ισοφαρίζω
conseguiu igualar o recorde do outro atleta
κατάφερε να ισοφαρίσει το ρεκόρ του άλλου αθλητή
5.
γίνομαι εφάμιλλος [em, σε], συναγωνίζομαι [em, σε]
igualar (alguém) em inteligência/beleza
γίνομαι εφάμιλλος (κάποιου) σε εξυπνάδα/ομορφιά
verbo intransitivo
ισοφαρίζω
a nossa equipa igualou, conseguindo evitar a derrota
η ομάδα μας ισοφάρισε, καταφέροντας να αποφύγει την ήττα
Porto Editora – igualar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-29 04:40:30]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
INDÚSTRIA
máquina de igualar couro
μηχανή εξομάλυνσης του δέρματος σε στρώματα
aparelho de igualar
συσκευή για την τακτοποίηση και το ίσιωμα
tempo de difusão térmica / tempo para igualar a temperatura
χρόνος μεταξύ προθερμάνσεως και συγκολλήσεως για την ισοκατανομή της θερμοκρασίας