impedir

im.pe.dir
ĩpəˈdir
verbo transitivo
1.
εμποδίζω, καθιστώ αδύνατο [σε]
aquela gripe impediu-o durante dias de ir trabalhar
εκείνη η γρίπη τον εμπόδισε για μέρες από το να πάει στη δουλειά
impedir (alguém) de fazer (alguma coisa)
καθιστώ αδύνατο σε (κάποιον) να κάνει (κάτι)
impedir que um ferimento infete
εμποδίζω την επιμόλυνση ενός τραύματος
isso não o impediu de vir
αυτό δεν τον εμπόδισε να έρθει
nada impede que o projeto vá avante
τίποτα δεν εμποδίζει την αποπεράτωση του σχεδίου
não consegui impedi-lo de partir
δεν κατάφερα να τον εμποδίσω να αναχωρήσει
os médicos impediram a propagação da doença
οι γιατροί εμπόδισαν την εξάπλωση της ασθένειας
2.
εμποδίζω, παρεμποδίζω
impedir o livre acesso a um ficheiro
παρεμποδίζω την ελεύθερη πρόσβαση σ' ένα αρχείο
impedir que ondas caloríferas se difundam
εμποδίζω θερμαντικά κύματα να διαχυθούν
nada pode impedir o progresso
τίποτα δεν μπορεί να εμποδίσει την πρόοδο
o porteiro impediu-lhes a entrada no clube
ο θυρωρός εμπόδισε την είσοδό τους στη λέσχη
3.
εμποδίζω, παρεμποδίζω, φράζω
impedir a passagem
παρεμποδίζω τη διέλευση
uma barra impede a saída do parque de estacionamento
μια μπάρα φράζει την έξοδο από το πάρκινγκ
uma barricada impedia a rua
ένα οδόφραγμα εμπόδιζε το δρόμο
4.
κωλύω, παρακωλύω
impedir o trabalho da justiça
κωλύω το έργο της δικαιοσύνης
5.
εμποδίζω, απαγορεύω
a lei impede o recurso a...
ο νόμος εμποδίζει την προσφυγή σε...
não vejo quem a possa impedir de dispor dos seus bens
δεν βλέπω ποιος θα την εμποδίσει να διαθέσει όπως θέλει την περιουσία της
ninguém o pode impedir de vender o que é seu
κανείς δεν μπορεί να τον απαγορεύσει να πουλήσει ό,τι είναι δικό του
6.
(telefone) καταλαμβάνω, απασχολώ
afinal, era ela quem estava a impedir a linha
τελικά, αυτή απασχολούσε τη γραμμή
Porto Editora – impedir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-09 05:32:39]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
impedir o choco
εμποδίζω την επώαση
ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS
Convenção relativa às Medidas a Adotar para Proibir e Impedir a Importação, a Exportação e a Transferência Ilícitas da Propriedade de Bens Culturais
Σύμβαση "αφορώσα εις τα ληφθησόμενα μέτρα διά την απαγόρευσιν και παρεμπόδισιν της παρανόμου εισαγωγής, εξαγωγής και μεταβιβάσεως κυριότητος των πολιτιστικών αγαθών"
DIREITO
impedir a sua utilização por terceiro
απαγόρευση της χρήσης από τρίτον
impedir uma utilização da marca
αποτρέπω χρήση του σήματος
VER +