impor-se

verbo pronominal
1.
επιβάλλομαι
a quem pretendes tu impor-te?
σε ποιον επιδιώκεις εσύ να επιβληθείς;
ele impôs-se graças às suas qualidades de chefia
αυτός επιβλήθηκε χάρη στα ηγετικά του προσόντα
impõe-se a todos sem esforço
επιβάλλεται σε όλους δίχως κόπο
impôs-se pela rapidez como resolveu o problema
επιβλήθηκε χάρη στην ταχύτητα που έλυσε το πρόβλημα
impunha-se a coesão de todas as forças políticas
επιβαλλόταν η συνοχή όλων των πολιτικών παραγόντων
o brilho da sua personalidade impõe-se a todos
η λάμψη της προσωπικότητάς του επιβάλλεται σε όλους
quis impor-se, mas os outros não o permitiram
θέλησε να επιβληθεί, αλλά οι άλλοι δεν το επέτρεψαν
2.
επιβάλλω στον εαυτό μου
impôs-se cumprir rapidamente o prometido
επέβαλε στον εαυτό του να τηρήσει γρήγορα την υπόσχεσή του
impus-me sigilo absoluto
επέβαλα στον εαυτό μου απόλυτη μυστικότητα
Porto Editora – impor-se no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-21 20:23:56]. Disponível em