importante

im.por.tan.te
ĩpurˈtɐ̃t(ə)
adjetivo de 2 géneros
2.
σημαντικός, σπουδαίος
ato que acarretou consequências importantes
πράξη που επέφερε σημαντικές συνέπειες
a sua persistência revelou-se uma qualidade importante para...
η επιμονή του αποδείχτηκε σημαντικό προσόν για να...
deixou para a posteridade uma obra científica importante
άφησε στους επιγενόμενους σπουδαίο επιστημονικό έργο
ele desempenha um papel importante na vida dela
αυτός παίζει σπουδαίο ρόλο στη ζωή της
3.
σημαντικός, σπουδαίος, διακεκριμένος
se bem que importante, é muito humilde
αν και σπουδαίος, είναι πολύ ταπεινόφρων
uma figura importante do cristianismo
μια σημαντική μορφή του χριστιανισμού
um importante vulto da cultura nacional
μια διακεκριμένη μορφή της εθνικής μας κουλτούρας
4.
σημαντικός, αξιόλογος, υπολογίσιμος
despendi um quantia importante
ξόδεξα ένα σημαντικό ποσό
dispõe de capitais importantes
διαθέτει σημαντικά κεφάλαια
empresa cujos lucros foram importantes
επιχείρηση που τα κέρδη της ήταν αξιόλογα
5.
pejorativo σπουδαίος, αυτάρεσκος
não gosto nada do seu ar importante!
δεν μου αρέσει καθόλου το σπουδαίο ύφος του!
nome masculino
σημαντικό neutro
afinal, esqueceste-te do mais importante
τελικά, ξέχασες το πιο σημαντικό
o importante é que não haja problemas
το σημαντικό είναι να μην υπάρξουν προβλήματα
dar-se ares de importante
παίρνω ύφος δέκα/εκατό/χιλίων καρδιναλίων
ANAGRAMAS
Como referenciar: Porto Editora – importante no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-21 23:44:25]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS
importante sítio de orquídeas
τοποθεσίες με αξιόλογες ορχιδέες
DIREITO
fraude importante
απάτη
importante função jurisdicional
σημαντικό δικαιοδοτικό καθήκον
ECONOMIA, FINANÇAS, EMPRESAS E CONCORRÊNCIA
influência importante
σημαντική επιρροή
VER +