importunar

im.por.tu.nar
ĩpurtuˈnar
verbo transitivo
1.
ενοχλώ
aqui és sempre bem-vindo, nunca importunas
εδώ είσαι πάντα ευπρόσδεκτος, δεν ενοχλείς ποτέ
é um ambiente desagradável, que muito me importuna
είναι ένα δυσάρεστο περιβάλλον, που μ' ενοχλεί πολύ
já reparaste que estás a importunar toda a gente?
το πρόσεξες ότι ενοχλείς όλο τον κόσμο;
não quero importunar-te com mais perguntas
δεν θέλω να σε ενοχλήσω με άλλα ερωτήματα
peço desculpa se o estou a importunar
ζητώ συγγνώμη αν σας ενοχλώ
2.
ενοχλώ, ανησυχώ
esta dor já me está a importunar há dias
αυτός ο πόνος μ' ενοχλεί εδώ και μέρες
são problemas graves, que me estão a importunar
είναι σοβαρά προβλήματα, που με ανησυχούν
Porto Editora – importunar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 11:35:03]. Disponível em