impossibilitar

im.pos.si.bi.li.tar
ĩpusibiliˈtar
verbo transitivo
1.
καθιστώ αδύνατο, εμποδίζω
a chuva impossibilitou a realização do passeio
η βροχή κατέστη αδύνατη την πραγματοποίηση της εκδρομής
a derrocada impossibilitou a passagem
η κατολίσθηση εμπόδισε τη διέλευση
a dor impossibilitava-me de me mexer
ο πόνος καθιστούσε αδύνατο να κουνηθώ
circunstâncias que o impossibilitaram de estar presente
περιστάσεις που τον εμπόδισαν να παραβρεθεί
ele quis impossibilitar-me de ter acesso àquelas informações
θέλησε να με εμποδίσει να έχω πρόσβαση σ' εκείνες τις πληροφορίες
2.
αφήνω ανίκανο [para, για]
um acidente que o impossibilitou para o trabalho
ένα ατύχημα που τον άφησε ανίκανο για εργασία
ANTÓNIMOS
VER +
VEJA TAMBÉM
VER +
Porto Editora – impossibilitar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-30 15:09:36]. Disponível em