incapacitar

in.ca.pa.ci.tar
ĩkɐpɐsiˈtar
verbo transitivo
1.
καθιστώ ανίκανο
partiu uma perna, facto que de momento o incapacita de caminhar
έσπασε ένα πόδι, γεγονός που προς το παρόν τον καθιστά ανίκανο να περπατάει
2.
αχρηστεύω
o acidente incapacitou-o para o trabalho
το ατύχημα τον αχρήστευσε για εργασία
Porto Editora – incapacitar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-27 23:13:10]. Disponível em