incidir

in.ci.dir
ĩsiˈdir
verbo intransitivo
1.
πέφτω [em, πάνω σε]
a luz incidia-lhe diretamente nos olhos
το φως έπεφτε απευθείας πάνω στα μάτια του
o holofote incidiu nas grades do portão
ο προβολέας έπεσε πάνω στα κάγκελα της πύλης
2.
επιπίπτω [sobre, σε]
imposto que incide sobre alguns rendimentos
φόρος που επιπίπτει σε ορισμένα εισοδήματα
3.
επικεντρώνομαι [sobre, σε]
o debate incidiu sobre os problemas da emigração
η συζήτηση επικεντρώθηκε στα προβλήματα των μεταναστών
4.
περιπίπτω [em, σε]
incidir sempre nos mesmos erros
περιπίπτω πάντα στα ίδια λάθη
5.
ενσκήπτω [sobre, σε], πλήττω [sobre, -]
a epidemia incidiu sobre uma larga zona de África
η επιδημία ενέσκηψε σε μια μεγάλη περιοχή της Αφρικής
6.
πέφτω [em, σε]
palavra cujo acento incide na última sílaba
λέξη που ο τόνος της πέφτει στην τελευταία συλλαβή
Porto Editora – incidir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-24 07:09:34]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ECONOMIA
impostos incidindo sobre ganhos de capital
φόροι επί των κερδών κεφαλαίου
FINANÇAS
prever que a isenção não incida apenas sobre os direitos aduaneiros
προβλέπω η απαλλαγή να μην αφορά μόνο τους δασμούς
imposto indireto que incide sobre a reunião de capitais
έμμεσος φόρος επιβαλλόμενος επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων
UNIÃO EUROPEIA, ECONOMIA
as imposições incidirão anualmente sobre os diferentes produtos
οι εισφορές επιβάλλονται ετησίως επί των διαφόρων προϊόντων