indagar

in.da.gar
ĩdɐˈɡar
verbo transitivo
2.
εξετάζω, ανακρίνω
a polícia indagou os presentes sobre o sucedido
η αστυνομία ανέκρινε τους παρευρισκόμενους σχετικά με το συμβάν
3.
αποσπώ [de, από]
indaguei da minha amiga a razão da sua tristeza
απέσπασα από τη φίλη μου τα αίτια της θλίψης της
4.
διερευνώ, ανιχνεύω
indagar o futuro
διερευνώ το μέλλον
verbo intransitivo
1.
κάνω έρευνες
resolveu indagar acerca da questão
αποφάσισε να κάνει έρευνες σχετικά με το ζήτημα
2.
ρωτώ
indaguei se alguém sabia onde eles moravam
ρώτησα αν κάποιος ήξερε πού έμεναν εκείνοι
«que se passou?», indagou ele
«τι συνέβη;», ρώτησε αυτός
Porto Editora – indagar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 19:20:41]. Disponível em