inferir

in.fe.rir
ĩfəˈrir
verbo transitivo
συμπεραίνω, βγάζω το συμπέρασμα
do que ficou dito, podemos inferir que...
απ' όσα ειπώθηκαν, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι...
é isso o que se infere das provas apresentadas
αυτό μπορεί να συμπεράνει κανείς από τα πειστήρια που παρουσιάστηκαν
VER +
Porto Editora – inferir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 11:42:50]. Disponível em