infiel

in.fi.el
ĩˈfjɛɫ
adjetivo de 2 géneros
1.
άπιστος
ser infiel a um amigo
είμαι άπιστος απέναντι σ' ένα φίλο
ser infiel no casamento
είμαι άπιστος στα πλαίσια του γάμου μου
servo infiel ao seu senhor
δούλος άπιστος απέναντι στον άρχοντά του
viveu no seio de populações infiéis
έζησε στους κόλπους άπιστων λαών
2.
ανακριβής
descrição infiel dum facto
ανακριβής περιγραφή ενός γεγονότος
um retrato infiel (de alguém)
ένα ανακριβές πορτρέτο (κάποιου)
3.
αναξιόπιστος
memória infiel
αναξιόπιστη μνήμη
nome de 2 géneros
άπιστος masculino
campanhas de evangelização dos infiéis
εκστρατείες εκχριστιανισμού απίστων
guerrear os infiéis
πολεμώ τους απίστους
Porto Editora – infiel no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-28 00:32:05]. Disponível em