inibir

i.ni.bir
iniˈbir
verbo transitivo
1.
εμποδίζω [de, να]
a presença de terceiros inibiu-me de ser mais brusco
η παρουσία τρίτων μ' εμπόδισε από το να είμαι πιο απότομος
aquele clima hostil não o inibiu de prosseguir nos seus intentos
εκείνο το εχθρικό κλίμα δεν τον εμπόδισε να εμμένει στους σκοπούς του
as ameaças não o inibiram de depor
οι απειλές δεν τον εμπόδισαν να καταθέσει
complexos que o inibem de se exprimir livremente
κόμπλεξ που τον εμποδίζουν να εκφράζεται ελεύθερα
2.
αναστέλλω
inibir uma função fisiológica
αναστέλλω μια φυσιολογική λειτουργία
3.
αναστέλλω, αναχαιτίζω
inibir um desejo
αναχαιτίζω μια επιθυμία
4.
κομπλάρω, ψαρώνω
a presença de estranhos inibe-a bastante
η παρουσία ξένων την κομπλάρει αρκετά
Porto Editora – inibir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-28 20:57:55]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
INDÚSTRIA
modo de operação inibido
κατάσταση δέσμευσης, τρόπος λειτουργίας δέσμευσης
QUESTÕES SOCIAIS
capacidade para inibir a síntese do colagénio
αναστολή της σύνθεσης κολλαγόνου