insinuar

in.si.nu.ar
ĩsiˈnwar
verbo transitivo
2.
ενσπείρω, ενσταλάζω
aqueles acontecimentos foram insinuando o terror na gente da raia
εκείνα τα γεγονότα ενέσπειραν σιγά-σιγά τον τρόμο στον κόσμο της μεθορίου
foi-lhe fácil insinuar a dúvida na mente do outro
του ήταν εύκολο να ενσταλάξει την αμφιβολία στο μυαλό του άλλου
3.
υπαινίσσομαι, υπονοώ
nada do que tu insinuas é verdadeiro
τίποτα απ' όσα υπαινίσσεσαι είναι αλήθεια
o que é que estás a insinuar?
τι υπονοείς;
Porto Editora – insinuar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-22 15:35:14]. Disponível em