instigar

ins.ti.gar
ĩʃtiˈɡar
verbo transitivo
1.
παρακινώ [a, να], παροτρύνω [a, να], προτρέπω [a, να], παραινώ [a, να]
fui eu quem o instigou a não parar as investigações
εγώ τον παρότρυνα να μην σταματήσει τις έρευνες
2.
υποκινώ [a, σε/να], υποδαυλίζω [a, -], υποθάλπω [a, -]
instigar à revolta
υποδαυλίζω την εξέγερση
não o instigues à desobediência
μην τον υποκινείς στην ανυπακοή
3.
(ataque) αγριεύω, πικάρω
instigar um cão contra (alguém)
αγριεύω ένα σκυλί ενάντια σε (κάποιον)
instigava o pugilista contra o adversário
αγρίευε τον πυγμάχο ενάντια στον αντίπαλο
Porto Editora – instigar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-29 20:51:55]. Disponível em